Showing posts with label horror. Show all posts
Showing posts with label horror. Show all posts

Thursday, April 9, 2015

Μις Πέρεγκριν, Στέγη Για Ασυνήθιστα Παιδιά - Ransom Riggs

«...Όταν κοίταξα μέσα, νομίζω ότι πραγματικά άφησα μια κραυγή - και για μια γεμάτη πανικό στιγμή σκέφτηκα τέρας! - επειδή είχα ξαφνικά και απρόσμενα έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με ένα μαυρισμένο πτώμα. Το συρρικωνμένο του σώμα είχε μια αλλόκοτη ομοιότητα με τα πλάσματα που είχαν στοιχειώσει τα όνειρά μου, όπως άλλωστε και το χρώμα της σάρκας του, που θύμιζε κάτι που είχε ψηθεί σε σούβλα πάνω από φωτιά. Αλλά, όταν το σώμα δεν κατάφερε να ζωντανέψει και να σημαδέψει το μυαλό μου παντοτινά, σπάζοντας το τζάμι και ορμώντας στο λαιμό μου, ο αρχικός μου πανικός υποχώρησε. Ήταν απλώς ένα έκθεμα σε ένα μουσείο, όσο νοσηρό κι αν ήταν...»

«..."Η σύνθεση του ανθρωπίνου είδους, είναι απείρως πιο διαφορετική απ' ό,τι υποπτεύονται οι περισσότεροι άνθρωποι", άρχισε. "Η πραγματική ταξινομία του Χόμο Σάπιενς είναι ένα μυστικό γνωστό μόνον σε λίγους, ένας εκ των οποίων θα είσαι τώρα κι εσύ. Στη βάση, υπάρχει μια απλή διχοτόμηση: υπάρχει ο λαός, η μεγάλη μάζα των κοινών θνητών που αποτελούν τον μεγάλο όγκο της ανθρωπότητας και υπάρχει κι ένας κρυφός κλάδος - οι κρυπτοσάπιενς, αν θέλεις - οι οποίοι ονομάζονται «ασυνήθιστα πνεύματα», στην αξιοσέβαστη γλώσσα των προγόνων μου. Όπως αναμφίβολα θα μάντεψες, εμείς ανήκουμε στο δεύτερο είδος"...»

«...Ξεσκέπασα το κεφάλι μου και κοίταξα αργά πίσω μου. Τα λυγισμένα από τον άνεμο κλαδιά των δέντρων, είχαν παγώσει στη θέση τους. Ο ουρανός ήταν μια φωτογραφία σταματημένων φλογών που έγλειφαν την άκρη ενός σύννεφου. Σταγόνες βροχής αιωρούνταν μπροστά στα μάτια μου. Και μέσα στον κύκλο των παιδιών, σαν αντικείμενο μυστικού τελετουργικού, κρεμόταν μια βόμβα, η μύτη της κοίταζε προς τα κάτω, σαν να ισορροπούσε πάνω στο τεντωμένο δάχτυλο του Αδάμ...»

Μετάφραση: Λένα Ταχμαζίδου
Εκδόσεις: Platypus 2013

Tuesday, December 1, 2009

Ζωντανός Θρύλος - Richard Matheson

«...Είναι ένας βάκιλος, της είπε, ένα κυλινδρικό βακτηρίδιο. Δημιουργεί ένα ισοτονικό διάλυμα μες στο αίμα, το κάνει να κυκλοφορεί βραδύτερα απ' το κανονικό, ενεργοποιεί όλες τις σωματικές λειτουργίες, τρέφεται με φρέσκο αίμα και παρέχει ενέργεια. Όταν στερείται το αίμα, δημιουργεί αυτοκαταστρεφόμενα βακτηριοφάγα κύτταρα ή, με άλλα λόγια, σχηματίζει σπόρους...»

«...Λέγοντας ότι σχηματίζει σπόρους, εννοώ πως δημιουργεί ένα ελλειψοειδές σωματίδιο που έχει όλα τα βασικά συστατικά βακτηριδίου που βρίσκεται σε κατάσταση αδράνειας. Αυτό συμβαίνει όταν το μικρόβιο δεν προσλαμβάνει καθόλου φρέσκο αίμα. Στη συνέχεια, όταν ο ξενιστής βρικόλακας αποσυντίθεται, τα σπόρια αυτά μεταφέρονται με τον αέρα και αναζητούν νέους ξενιστές. Βρίσκουν κάποιον, αναπαράγονται - και ένας ακόμα οργανισμός έχει μολυνθεί...»

«...Τα βακτηριοφάγα είναι νεκρές πρωτεΐνες που δημιουργούνται και όταν ο οργανισμός δεν προσλαμβάνει καθόλου αίμα. Σε αντίθεση, όμως, με τα σπόρια, στην περίπτωση αυτή ο ανώμαλος μεταβολισμός καταστρέφει τα κύτταρα...»

«...Ο βάκιλος... είναι ένα σαπρόφυτο, το οποίο αναπτύσσεται αεροβίως ή αναεροβίως. Ζει με ή χωρίς οξυγόνο και εδραιώνει μια συμβιωτική σχέση με τον οργανισμό. Ο βρικόλακας τον τρέφει με φρέσκο αίμα και ο βάκιλος παρέχει την απαραίτητη ενέργεια, για να είναι ο βρικόλακας σε θέση να βρει κι άλλο φρέσκο αίμα. Θα μπορούσα, επίσης, να προσθέσω, ότι το μικρόβιο προκαλεί και την ανάπτυξη κυνόδοντων...»

«...Όταν εισχωρεί αέρας... η κατάσταση μεταβάλλεται ακαριαία. Το μικρόβιο μεταβάλλεται σε αερόβιο και, αντί να φερθεί συμβιωτικά, αρχίζει να φέρεται με λοιμογόνως παρασιτικό τρόπο...»

 «...Τρώει τον ξενιστή του...»

Μετάφραση: Νίκος Ρούσσος
Εκδόσεις: Οξύ

Saturday, November 28, 2009

Ο Παρίας - Graham Masterton

«...Άρχισα να πλησιάζω το λευκό αντικείμενο πάνω από την επιφάνεια του βυθού, κολυμπώντας και αναπνέοντας σταθερά. Το αντικείμενο άλλαζε θέσεις μέσα στο νερό, άλλαζε θέσεις και περιστρεφόταν, σαν να το παράσερνε νωχελικά το παλιρροιακό ρεύμα· και, καθώς πλησίαζα περισσότερο, κατάλαβα πως δεν μπορούσε να είναι ούτε ο Έντουαρντ ούτε ο Φόρεστ, γιατί έμοιαζε πιο πολύ με κομμάτι από το πανί κάποιου κότερου που είχε μπλεχτεί σε κάποιο βαρύ αλιευτικό μηχάνημα, και είχε βυθιστεί στον πυθμένα.

Μόνο όταν βρέθηκα πολύ κοντά, όχι πάνω από ένα μέτρο, συνειδητοποίησα με μια παγωμένη αίσθηση απελπισίας, τρόμου και αηδίας πως το αντικείμενο ήταν μια πνιγμένη γυναίκα. Περιστρεφόταν στο νερό, καθώς πλησίαζα, και είδα ένα πρόσωπο πρησμένο και αόμματο, ένα στόμα μισοφαγωμένο από τα ψάρια, μαλλιά που υψώνονταν πάνω από το κεφάλι σαν φύκια. Φορούσε ένα λευκό νυχτικό, που κυμάτιζε ανάλογα με τη ροή του ρεύματος. Ο αστράγαλός της ήταν μπλεγμένος σε ένα κομμάτι από δίχτυ που πρέπει να ανήκε σε κάποια τράτα – και το οποίο ήταν εκείνο που κρατούσε το πτώμα παγιδευμένο στον βυθό – αλλά το κορμί είχε φουσκώσει τόσο με αέριο που στεκόταν πια όρθιο, χορεύοντας ένα γκροτέσκο υποθαλάσσιο μπαλέτο, ολομόναχο, βυθισμένο, κάτω από τα κύματα του Ισθμού του Γκράνιτχεντ...»

«...Με μάτια έτοιμα να εκραγούν, με το κεφάλι να γυρίζει, κατάφερα μια τελευταία απεγνωσμένη προσπάθεια να κάνω μια περιστροφή για να δω τι ήταν εκείνο που είχε πιάσει τον αστράγαλό μου. Με τρόμο είδα πως ήταν η νυχτικιά της νεκρής γυναίκας, μέσα στην οποία συνέχιζε τον φρικιαστικό υδάτινο χορό της. Οι κινήσεις μου θα πρέπει να την είχαν απελευθερώσει από τα δίχτυα της τράτας όταν πέρασα για πρώτη φορά δίπλα της, και θα πρέπει να με ακολούθησε προς τα πάνω, φουσκωμένη από τα βακτηριδιακά αέρια, σα σημαδούρα. Όταν η νυχτικιά της, όμως, μπλέχτηκε γύρω από το πόδι μου, το πτώμα θα πρέπει να γύρισε ανάποδα, και το αέριο στο εσωτερικό της βγήκε προς τα έξω, κάνοντας το νεκρό σώμα βαρύτερο, με αποτέλεσμα να αρχίσει να με παρασέρνει προς τα κάτω.

Διπλώθηκα στα δύο και προσπάθησα να σκίσω τη νυχτικιά με τα χέρια μου, αλλά το μουσκεμένο ύφασμα αρνιόταν να κοπεί, και έμενε τυλιγμένο σφικτά γύρω από το πόδι μου και τον αστράγαλό μου σαν βρεγμένο μαστίγιο. Άπλωσα το χέρι μου στον μηρό, και με μεγάλη προσπάθεια κατάφερα να τραβήξω από τη θήκη του το μαχαίρι μου, αλλά το πτώμα εξακολουθούσε να περιστρέφεται και να βυθίζεται και έμοιαζε σχεδόν αδύνατο να κόψω τη νυχτικιά δίχως να κόψω συγχρόνως και το ίδιο μου το πόδι.

Δύο, τρία, τέσσερα σκισίματα, και γνώριζα πως δεν μου είχε απομείνει αρκετό οξυγόνο στους πνεύμονες για να κάνω τίποτα άλλο παρά μόνο να βγω το συντομότερο δυνατό στην επιφάνεια. Αλλά έκανα ένα ακόμα κόψιμο στο ύφασμα, και σαν από θαύμα, εκείνο σκίστηκε. Το πτώμα της γυναίκας βυθίστηκε πάλι πίσω στο σκοτάδι, μέσα στα σύννεφα της λάσπης και του θολού νερού...»

Μετάφραση: Τάσος Νικογιάννης
Εκδόσεις: Οξύ