Showing posts with label εκδόσεις γράμματα. Show all posts
Showing posts with label εκδόσεις γράμματα. Show all posts

Thursday, June 23, 2016

Το Βυζί - Philip Roth

«...Μήπως ήμουν απλώς ένα αμερικανόπαιδο που το τάισαν πολύ γάλα; Ή μήπως ήταν μια λαχτάρα, βαθιά μέσα στο διάπυρο κέντρο μου, ο πόθος να βρεθώ τέλεια και ευλογημένα ανυπεράσπιστος, να γίνω ένας τεράστιος, ανεγκέφαλος σάκος ιστών, ποθητός, ηλίθιος, παθητικός, ακίνητος, που δεν ενεργεί αλλά δέχεται τις ενέργειες των άλλων, που κρέμεται, που απλώς υπάρχει, όπως κρέμεται και υπάρχει ένα βυζί...»

«...Απ' τη λογοτεχνία τό 'παθα; "Μα δεν γίνεται, κύριε Κέπες!" λέει ο δόκτωρ Κλίνγκερ. Άλλο ορμόνες κι άλλο τέχνη. Δεν κατάντησα έτσι επειδή αφέθηκα να παρασυρθώ από τη φαντασία των μεγάλων συγγραφέων. "Ναι" του λέω, "αλλά ίσως μ' αυτό τον τρόπο γίνομαι Κάφκα, γίνομαι Γκόγκολ, γίνομαι Σουίφτ. Εκείνοι οραματίστηκαν θαυματουργές μεταμορφώσεις, γιατί ήταν καλλιτέχνες. Είχαν τη γλώσσα και τη μανία του παραμυθά. Εγώ δεν τά 'χα. Έτσι αναγκάστηκα να ζήσω τα οράματά τους εκ του φυσικού". "Αναγκαστήκατε;" "Για να φτιάξω τη δική μου τέχνη. Λαχταρούσα να γίνω καλλιτέχνης, αλλά δεν είχα την αναγκαία απόσταση. Αγαπούσα καθετί το ακραίο στη λογοτεχνία, εξιδανίκευα τους δημιουργούς της, γοητευόμουν από τις εικόνες και την υποβλητικότητά τους - " "Και λοιπόν; Ο κόσμος είναι γεμάτος φιλότεχνους!" "Να, κι έτσι έκανα το άλμα. Πέρα από την εξιδανίκευση. Ο λόγος εγένετο σαρξ, κι εγώ καφκικότερος του Κάφκα. Εκείνος φαντάστηκε απλώς έναν άνθρωπο που γίνεται κατσαρίδα. Κοιτάξτε όμως τι κατάφερα εγώ!"...»

«...Η υψηλή τέχνη μεταδίδεται στους ανθρώπους όπως και όλα τα άλλα...»

Μετάφραση: Αλεξάνδρα Κόντου
Εκδόσεις: γράμματα 1984  

Saturday, February 13, 2016

Το Στρίψιμο της Βίδας - Henry James

«...Δεν έχω ξαναδεί το Μπλάυ από τη μέρα που έφυγα, και φαντάζομαι πως στα πιο ηλικιωμένα και πιο έμπειρα μάτια μου θα φαινόταν τώρα αρκετά μαζεμένο. Αλλά όσο η μικρή οδηγός μου, με τα χρυσά μαλλιά της και το μπλε φουστανάκι της, χοροπηδούσε μπροστά μου στρίβοντας γωνιές και στραμπούλιζε διαδρόμους, οραματιζόμουν έναν πύργο παραμυθένιο, κατοικία μιας ροδόχρωμης νεράιδας, ένα μέρος που, για να διασκεδάσει η νεαρή φαντασία, θα έπαιρνε το χρώμα του από βιβλία με ιστορίες κι από παραμύθια. Μήπως δεν ήταν παρά ένα βιβλίο με παραμύθια, και καθώς το διάβαζα με πήρε ο ύπνος και ονειρευόμουν; Όχι, ήταν ένα μεγάλο, άσχημο, παλιό αλλά βασιλικό σπίτι, που ενσωμάτωνε κάτι λίγα απομεινάρια ενός ακόμη πιο παλιού σπιτιού, μισο-ανακαινισμένο και μισο-χρησιμοποιημένο - και μέσα σ' αυτό είχα τη φαντασίωση πως ήμασταν έρημοι, σχεδόν όσο μια χούφτα επιβάτες μέσα σ' ένα μεγάλο καράβι, έρμαιο της θάλασσας. Και το πιο παράξενο, εγώ κρατούσα το τιμόνι...»

«...Είχα συναίσθηση, καθώς μιλούσα, πως φαινόμουν να μην ξέρω τι λέω, γιατί έβλεπα αυτή την ιδέα να σχηματίζεται σιγά σιγά πάνω στο πρόσωπο της κυρίας Γκρόουζ. "Ένα άλλο πρόσωπο... τούτη τη φορά - αλλά εξίσου ολοφάνερα απαίσιο και σατανικό: μια γυναίκα μαυροφορεμένη, χλωμή και φρικαλέα... και μ' ένα τέτοιο ύφος, και μ' ένα τέτοιο πρόσωπο! Στην άλλη όχθη της λίμνης. Ήμουν εκεί με το παιδί... καμιά ωρούλα... και ήρθε ξαφνικά".
"Πώς ήρθε - από πού;"
"Από εκεί που έρχονται! Εμφανίστηκε και στάθηκε εκεί - μα όχι τόσο κοντά".
"Και δίχως να έρθει πιο κοντά;"
"Ω, για την εντύπωση και την αίσθηση που προκάλεσε, ήταν σαν να ήταν τόσο κοντά όσο εσύ!"
Η φίλη μου, με μια παράξενη ορμέμφυτη κίνηση, έκανε ένα βήμα πίσω: "Ήταν κάποια που δεν την έχετε ξαναδεί;"
"Ναι, αλλά κάποια που το παιδί την έχει ξαναδεί. Κάποια που την έχεις ξαναδεί κι εσύ". Και για να δείξω τι εννοούσα, πρόσθεσα: "Η προκάτοχή μου, εκείνη που πέθανε"...»

«..."Οι τέσσερίς τους, να είσαι βέβαιη για αυτό, ανταμώνουν αδιάκοπα. Αν ήσουν με ένα από τα παιδιά μια από τούτες τις τελευταίες νύχτες, θα είχες καταλάβει ξεκάθαρα. Όσο περισσότερο παρακολουθούσα και περίμενα, τόσο περισσότερο ένιωθα πως και τίποτε άλλο να μην ήταν για να βεβαιωθώ, θα αρκούσε η συστηματική σιωπή των δύο παιδιών. Ποτέ δεν τους ξέφυγε η παραμικρή νύξη για τους δύο παλιούς φίλους τους, ούτε και του Μάιλς για την αποβολή του από το σχολείο. Ω, ναι, μπορούμε να καθόμαστε και να κοιτάζουμε, κι αυτά να κάθονται φρόνιμα φρόνιμα - αλλά ακόμα κι όταν καμώνονται πως είναι απορροφημένα στα παραμύθια τους, είναι βυθισμένα στην οπτασία δύο νεκρών που ξαναγύρισαν. Δε διαβάζει της αδελφής του" δήλωσα ξεκάθαρα, "κουβεντιάζουν για κείνους - κουβεντιάζουν για φριχτά πράματα! Μιλάω, το ξέρω, σαν να ήμουν τρελή - και είναι θαύμα πώς δεν τρελάθηκα ακόμη. Αυτά που έχω δει, εσένα θα σε έκαναν να τρελαθείς, μα εμένα με έκαναν μονάχα να βλέπω πιο καθαρά, με έκαναν να καταλαβαίνω ακόμη κι άλλα πράγματα...»

Sunday, September 20, 2015

Θάνατος Στη Βενετία - Τόμας Μαν

«...Ποιος δε θά 'χε να πολεμήσει μια φευγαλέα ανατριχίλα, έναν κρύο φόβο κι αγωνία, μπαίνοντας για πρώτη φορά, ή μετά από πολλά χρόνια, σε μια βενετσιάνικη γόνδολα; Το παράξενο σκάφος, αναλλοίωτο από παλιές θρυλικές εποχές και τόσο χαρακτηριστικά μαύρο όπως τίποτα στον κόσμο εκτός απ'το φέρετρο - θυμίζει αθόρυβες εγκληματικές περιπέτειες νύχτας βροχερής, κι ακόμη πιο πολύ θυμίζει τον ίδιο το θάνατο, τον τάφο, νεκρική τελετή και το τελευταίο σιωπηλό ταξίδι. Πρόσεξε κανείς άραγε ποτέ πως το κάθισμα μιας τέτοιας βάρκας, αυτή η πολυθρόνα με τα μπράτσα, βαμμένη με μαύρη λάκα σαν φέρετρο, ντυμένη με μουντό μαύρο ύφασμα είναι το πιο μαλακό, πλούσιο κι αναπαυτικό κάθισμα του κόσμου;»

«...Ο άνθρωπος που ζει μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή, βιώνει τις εμπειρίες του πιο συγκεχυμένα και ταυτόχρονα πιο έντονα απ' ό,τι ο εξωστρεφής, οι σκέψεις του είναι πιο βαριές, πιο παράξενες, και ποτέ δίχως μια απαλή απόχρωση θλίψης...»

«...Η μοναξιά γεννά μέσα μας το πρωτότυπο, το τολμηρό, το παράξενα ωραίο, το ποίημα. Όμως, η μοναξιά γεννά και το αντίθετο, το διεστραμμένο, το παράλογο κι ανεπίτρεπτο...»

«...Κάθε μέρα τώρα, ο θεός με τα φλογισμένα μάγουλα οδηγούσε γυμνός το τέθριππο άρμα του στις κάμαρες τ' ουρανού, τα άτια του έβγαζαν πύρινους αχνούς και οι χρυσαφένιες του μπούκλες κυμάτιζαν στον ανατολικό άνεμο που σηκωνόταν στο πέρασμά του...»

«...Ένιωθε τότε σαν νά 'χε μεταφερθεί στα Ηλίσια πεδία, στην άκρη της γης, όπου είναι χαρισμένη στους ανθρώπους η πιο αμέριμνη ζωή, δίχως χιόνια και χειμώνες ούτε θύελλες και νεροποντές, μονάχα ο Ωκεανός στέλνει εκεί αδιάκοπα την απαλή και δροσερή πνοή του κι οι μέρες κυλούν σε μακάρια σχόλη, δίχως μόχθο κι αγώνες, αφιερωμένες ολόκληρες στον ήλιο και τις γιορτές του...»

«...Ο έρωτας, πράγματι, συναγωνίστηκε τους μαθηματικούς που δείχνουν στα λιγότερο ικανά παιδιά απτές εικόνες των αφηρημένων μορφών. Το ίδιο και ο Θεός, για να μας κάνει ορατό το πνεύμα, χρησιμοποίησε τη μορφή και το χρώμα της ανθρώπινης νιότης σαν όργανο της μνήμης, στολίζοντάς τη με όλη τη λάμψη της ομορφιάς, κι εμείς φλεγόμαστε από πόνο κι ελπίδα στη θέα της...»

«...αυτός που αγαπάει είναι πιο θεϊκός από κείνον που αγαπιέται, γιατί μέσα του υπάρχει ο Θεός, που δεν υπάρχει στον άλλον...»

Μετάφραση: Κλαίρη Τρικεριώτη
Εκδόσεις: γράμματα 1990     

Sunday, May 31, 2015

Ο Ξένος - Αλμπέρ Καμύ

«...Το βράδυ ήρθε και με βρήκε η Μαρί και με ρώτησε αν ήθελα να την παντρευτώ. Είπα ότι μου ήταν αδιάφορο και ότι θα μπορούσαμε να το κάναμε αν ήθελε. Τότε θέλησε να μάθει αν την αγαπούσα. Απάντησα όπως το είχα κιόλας κάνει άλλη μια φορά, ότι αυτό δε σήμαινε τίποτα αλλά ότι δεν υπήρχε αμφιβολία πως δεν την αγαπούσα. «Τότε γιατί να με παντρευτείς;» είπε. Της εξήγησα ότι αυτό δεν είχε καμιά σημασία κι ότι αν το ήθελε πολύ, μπορούσαμε να παντρευτούμε. Εξάλλου, εκείνη ήταν που το ζητούσε κι εγώ είπα ευχαρίστως ναι. Τότε εκείνη παρατήρησε πως ο γάμος ήταν κάτι σοβαρό. Εγώ απάντησα «Όχι». Για μια στιγμή έμεινε αμίλητη και με κοίταξε σιωπηλά. Μετά μίλησε. Ήθελε απλώς να ξέρει αν θα δεχόμουν την ίδια πρόταση από μιαν άλλη γυναίκα που θα είχα μαζί της έναν παρόμοιο δεσμό. Είπα: «Φυσικά». Τότε εκείνη αναρωτήθηκε αν μ' αγαπούσε, κι εγώ δεν μπορούσα να ξέρω τίποτα πάνω σ' αυτό το σημείο. Μετά από μια στιγμή σιωπής, μουρμούρισε ότι ήμουν παράξενος, ότι δίχως αμφιβολία μ' αγαπούσε γι' αυτό ακριβώς, αλλά ότι ίσως μια μέρα θα την κούραζα για τον ίδιο λόγο. Κι όπως σιωπούσα, μην έχοντας τίποτα να προσθέσω, πήρε το χέρι μου χαμογελώντας και δήλωσε ότι ήθελε να με παντρευτεί. Απάντησα ότι θα το κάναμε όποτε ήθελε αυτή...»

«...Κι όμως, τον πρώτο καιρό που με φυλακίσανε, το πιο σκληρό ήταν ότι σκεφτόμουν σαν ελεύθερος άνθρωπος. Παραδείγματος χάρη, μ' έπιανε η επιθυμία να βρεθώ σε μια παραλία και να κατέβω στη θάλασσα. Όταν φανταζόμουνα τον ήχο από τα πρώτα κύματα κάτω απ' τις πατούσες μου, το κορμί μου να μπαίνει στο νερό και την αίσθηση ελευθερίας που έβρισκα εκεί μέσα, ένιωθα αμέσως πόσο στενοί ήταν οι τοίχοι της φυλακής μου. Όμως αυτό κράτησε μερικούς μήνες. Ύστερα, δεν είχα πια παρά τις σκέψεις ενός φυλακισμένου. Περίμενα τον καθημερινό περίπατο που έκανα στην αυλή ή την επίσκεψη του δικηγόρου μου. Με τον υπόλοιπο χρόνο μου τα κατάφερνα μια χαρά. Έτσι σκεφτόμουνα συχνά ότι αν με είχαν βάλει να ζω μέσα σ' έναν ξερό κορμό δέντρου, δίχως να κάνω άλλη δουλειά παρά να κοιτάζω τον ανθό του ουρανού πάνω απ' το κεφάλι μου, θα συνήθιζα λίγο λίγο. Θα περίμενα να περάσουν τα πουλιά ή να συναντηθούν τα σύννεφα όπως περίμενα εδώ τις περίεργες γραβάτες του δικηγόρου μου, κι όπως σ' έναν άλλο κόσμο, θ' ανυπομονούσα να έρθει το σάββατο για ν' αγκαλιάσω σφιχτά το κορμί της Μαρί. Ή, αν το καλοσκεφτόμουν, δεν ήμουνα μέσα σ' ένα ξερό δέντρο. Υπήρχαν και πιο δυστυχισμένοι από μένα. Εξάλλου αυτή ήταν μια ιδέα της μαμάς, και την επαναλάμβανε συχνά, ότι τελικά όλα ήταν μια συνήθεια...»

Μετάφραση: Λίλα Παπαδούλη - Γκινάκα
Εκδόσεις: γράμματα 1984