Showing posts with label biography. Show all posts
Showing posts with label biography. Show all posts

Monday, June 29, 2015

Don't Panic, Ο Μέγας Οδηγός Για να Γυρίσετε το Γαλαξία Με Ωτο-Στοπ - Douglas Adams υπό Neil Gaiman

«ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

"Γραφείο Απωλεσθέντων Αντικειμένων των Αστικών Συγκοινωνιών του Λονδίου - νά 'μαστε" είπε ο κύριος Σμιθ, κοιτάζοντας στο παράθυρο. Καθώς έκανε να μπει μέσα, σκόνταψε στο σκαλάκι και παραλίγο να πέσει με τα μούτρα στη γυάλινη πόρτα.
"Αυτό είναι επικίνδυνο - πρέπει να το θυμηθώ βγαίνοντας", μουρμούρισε.
"Μπορώ να σας βοηθήσω;" ρώτησε ο υπάλληλος του γραφείου.
"Ναι, έχασα κάτι χτες στο λεωφορείο 86".
"Τι χάσατε;" ρώτησε ο υπάλληλος.
"Δεν μπορώ να θυμηθώ", είπε ο κ. Σμιθ.
"Τότε δεν μπορώ να σας βοηθήσω", είπε ο εκνευρισμένος υπάλληλος.
"Βρήκατε τίποτα στο λεωφορείο;" ρώτησε ο κ. Σμιθ.
"Όχι, αλλά μήπως μπορείτε να θυμηθείτε κάτι γι' αυτό το πράγμα;" είπε ο υπάλληλος, προσπαθώντας απελπισμένα να βοηθήσει.
"Ναι, θυμάμαι ότι ήταν κάτι πολύ κακό - ό,τι κι αν ήταν".
"Τίποτε άλλο;"
"Α, ναι, τώρα που το σκέφτομαι, ήταν τρύπιο σαν κόσκινο", είπε ο κ. Σμιθ, έβαλε τους αγκώνες του στον καλογυαλισμένο πάγκο και ακούμπησε εκεί τα χέρια του. Ξαφνικά το σαγόνια του, με έναν δυνατό ήχο, χτύπησε στον πάγκο. Αλλά πριν ο υπάλληλος προλάβει να τον βοηθήσει, ο κ. Σμιθ πετάχτηκε πάνω χαρούμενος.
"Σας ευχαριστώ πάρα πολύ", είπε.
"Για ποιο πράγμα;" ρώτησε ο υπάλληλος.
"Το βρήκα", είπε ο κ. Σμιθ.
ι βρήκατε;"
"Τη μνήμη μου!" είπε ο κ. Σμιθ και έκανε μεταβολή, σκόνταψε στο σκαλάκι και έπεσε πάνω στη γυάλινη πόρτα σπάζοντάς τη!
Ν. Ν. Άνταμς (12), Μπρέντγουντ, Έσσεξ.»

«...Όμως οτιδήποτε έχει σχέση με τον τρόπο που λειτουργούν οι άνθρωποι είναι παγκοσμίως κατανοητό. (Πώς αυτό επηρεάζεται από τη μετάφραση είναι άλλο θέμα, γιατί η κωμωδία είναι ένα ευαίσθητο φυτό και υποπτεύομαι ότι συχνά η μετάφραση δεν το βοηθάει να σταθεί ορθό. Δεν ξέρω. Το Γυρίστε έχει μεταφραστεί σε ένα σωρό γλώσσες και δεν έχω ιδέα ποιες είναι καλές και ποιες όχι".)»

«...Καθώς συγκεντρώναμε όλο και περισσότερες τέτοιες λέξεις και έννοιες, συνειδητοποιήσαμε πόσο αυθαίρετα επιλεκτική είναι η δουλειά που έχουν κάνει στο Αγγλικό Λεξικό της Οξφόρδης. Απλά παραλείπει τεράστια τμήματα των ανθρώπινων εμπειριών.
Όπως για παράδειγμα, όταν στέκεσαι στην κουζίνα χωρίς να ξέρεις για ποιο λόγο πήγες εκεί. Όλοι το κάνουν, αλλά επειδή δεν υπάρχει - ή δεν υπήρχε - μια λέξη γι' αυτό, ο καθένας πιστεύει ότι είναι κάτι που κάνει μόνο αυτός και γι' αυτό είναι πιο ηλίθιος από τους άλλους. Είναι καθησυχαστικό να ξέρεις ότι και όλοι οι άλλοι είναι εξίσου ηλίθιοι με σένα και το μόνο που κάνουμε όταν βρισκόμαστε στην κουζίνα χωρίς να ξέρουμε γιατί πήγαμε εκεί, είναι "woking".»

«Το χνούδι είναι κάτι ενδιαφέρον: θανατηφόρο δηλητήριο στο Μικρό Καπηλειό, βασική τροφή στον Φράζελον V, νομισματική μονάδα στα φεγγάρια του συστήματος Μπλέρφοιντ και το βασικό μετάλλευμα στον πλανήτη ανεφοδιασμού μπουγάδας, τον Βλαστό 111. Ένας αρχαίος μύθος λέει ότι υπάρχουν τέσσερα κομμάτια χνουδιού σκορπισμένα σε τέσσερα διαφορετικά σημεία του Γαλαξία: το καθένα δημιουργεί το ένα τέταρτο ενός δέντρου με εκπληκτικές ικανότητες, τον μοναδικό επιζώντα του τροπικού πλανήτη Χνουδόμπαλα (Υποσημείωση 8). Η πηγή του χνουδιού παραμένει μυστήριο και έχει διχάσει την πανεπιστημιακή κοινότητα ανάμεσα στις θεωρίες της Μεγάλης Κομπο-Έκρηξης και της Λευκής Κομπο-Τρύπας". (Καλό θα ήταν να κοιτάξεται και την υποσημείωση 8, που σας ενημερώνει ότι δεν είναι και τόσο μύθος").»

«...Όταν γράφεις ένα μυθιστόρημα, συνειδητά σπρώχνεις τους αναγνώστες σου να σκεφτούν με συγκεκριμένο τρόπο. Εδώ ξέρεις πως θα πρέπει να τους κάνεις να σκεφτούν τον τρόπο που περιμένεις εσύ να λειτουργήσουν. Δεν θεωρώ ότι αυτό αποτελεί εγκατάλειψη της δημιουργικής τέχνης. Ναι, στην αρχή είχα τρομοκρατηθεί: υπάρχει η αίσθηση ότι ο συγγραφέας έχει ακόμα περισσότερο έλεγχο στα χέρια του, γιατί ο "αναγνώστης" πρέπει να λύσει περισσότερα προβλήματα. Έχεις ακόμα στη διάθεσή σου όλες τις τεχνικές του μυθιστορήματος, γιατί ένα μυθιστόρημα είναι απλά μια συνέχεια λέξεων και οι λέξεις μπορεί να σημαίνουν ό,τι θες εσύ. Απλά είναι μια καλή ευκαιρία να διασκεδάσεις".

«...κατά τη γνώμη μου, το πιο επικίνδυνο πράγμα που μπορεί να κάνει κάποιος είναι να πιστέψει στη δημοσιότητά του."

Μετάφραση: Βάσω Χούνου
Εκδόσεις: ΠΑΡΑ ΠΕΝΤΕ 1999 

Thursday, February 6, 2014

Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο - Άλκη Ζέη

«...Πώς διαβάζονται τα εξωσχολικά βιβλία: 
1. Μπορείς να έχεις τα πόδια ψηλά πάνω στα κάγκελα του κρεβατιού και η υπόλοιπη να 'σαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι ανάσκελα και να κρατάς το βιβλίο στον αέρα.
2. Μπορείς να είσαι μπρούμυτα στο κρεβάτι και το βιβλίο κάτω στο πάτωμα.
3. Μπορεί, αν έχεις αδελφή, να είναι εκείνη μπρούμυτα στο πάτωμα κι εσύ από πάνω της σαν να σχηματίζετε σταυρό και τα βιβλία βέβαια στο πάτωμα.
4. Το βράδυ όταν πάτε για ύπνο και σας φωνάζουν να σβήσετε το φως, να κουκουλώνεστε με τα σκεπάσματα και να έχετε ένα κλεφτοφάναρο και να διαβάζετε - αυτό μάλλον τον χειμώνα γιατί το καλοκαίρι θα σκάσετε.
5. Στην τουαλέτα μπορείς να διαβάζεις τα απαγορευμένα βιβλία...»

«...Το πρωί ξύπνησα από έναν αλλόκοτο θόρυβο κι ενώ έκανα να σηκωθώ από το κρεβάτι, μπήκε μέσα στο δωμάτιο η μαμά και, περίεργο, φορούσε ακόμη τη ρόμπα της, εκείνη που κάθε πρωί ήτανε ντυμένη να πιει καφέ μαζί με τον μπαμπά πριν φύγει για τη δουλειά. Η Λενούλα κοιμότανε του καλού καιρού, η μαμά πήγε στο κρεβάτι της και την ταρακούνησε.
- Ξύπνα, έγινε πόλεμος.
Η Λενούλα άνοιξε ένα νυσταγμένο μάτι και μουρμούρισε:
- Δεν χτύπησε το ξυπνητήρι.
- Έγινε πόλεμος, ξανάπε η μαμά, και με πήρε το μάτι της που έκανα να πιάσω την ποδιά μου που ήτανε απλωμένη σε μια καρέκλα.
Μου πήρε την ποδιά από τα χέρια.
- Δεν έχει σχολείο, έγινε πόλεμος. Βάλτε ό,τι θέλετε, είπε και βγήκε με φούρια από το δωμάτιο...»

«...Όταν σήμαινε συναγερμός, χαιρόμασταν! Στη δικιά μας πολυκατοικία δεν είχε χώρο για καταφύγιο. Στην απέναντι όμως που έμεναν τα ξαδέλφια μας είχαν μετατρέψει μια μεγάλη αποθήκη στο υπόγειο σε καταφύγιο. Δηλαδή είχαν βάλει σακιά με άμμο γύρω γύρω κι αυτό ήτανε. Η μαμά κι ο μπαμπάς δεν το κουνούσαν από το κρεβάτι τους, υποχρέωναν όμως εμάς να πάμε. Τρέχαμε με πολλή χαρά. Φορούσαμε πάνω από τις πιτζάμες κάτι κόκκινες ρόμπες από μαλακιά ζεστή φανέλα που μας είχαν ράψει λίγο πριν κηρυχτεί ο πόλεμος. Εκτός από τα ξαδέλφια μας, το καταφύγιο γέμιζε παιδιά. Σχεδόν κανένας μεγάλος δεν ερχότανε, μόνο δυο γιαγιάδες τυλιγμένες σε κουβέρτες που σχεδόν μισοκοιμόντανε.
Κάποιος μπαμπάς είχε κρεμάσει ψηλά δυο λάμπες πετρελαίου κι έφυγε αμέσως λέγοντάς μας να προσέχουμε μην καπνίσουν. Ήτανε μισοσκότεινα, μα τι μας ένοιαζε; Παίζαμε ένα σωρό παιχνίδια. Λέγαμε αινίγματα...»

«...Πηγαίναμε λοιπόν τις Κυριακές το πρωί και μόλις ανεβαίναμε τα σκαλιά και βλέπαμε πέρα στην κορφή το άσπρο σπιτάκι, ήτανε σαν να βρισκόμασταν ξαφνικά σε άλλο κόσμο. Χωρίς πόλεμο, χωρίς Γερμανούς, χωρίς πείνα...
- Καλώς τα βλασταράκια μου!
Και τα βλασταράκια τρέχανε χαρούμενα να μπούνε στο μαγικό άσπρο σπιτάκι.
Τους διάβασα πρώτα τον Κλούβιο. Όχι, η φωνή μου δεν έτρεμε, έμοιαζε σαν παιχνίδι.
Κι όσο γελούσανε όταν διάβαζα τόσο πιο πολύ ένιωθα σιγουριά...»

«...Έγραφα λοιπόν την Κλαψωδία νούμερο τέσσερα "Ο Οδυσσέας στην Καλυψώ". Η Καλυψώ, ντυμένη κι αυτή από τη μαμά μου, είχε κατακόκκινα αληθινά μαλλιά από μια κοτσίδα της θείας Ξάνθης που τη φύλαγε από τα νιάτα της και μας την έδωσε με πολλή χαρά. Δεν πήγε χαμένο ό,τι μας έλεγε η Περράκη για τον υπερρεαλισμό. Η Καλυψώ ήταν διανοούμενη σουρεαλίστρια, απήγγελε στον Οδυσσέα Μάτση Ανδρέου, κι η φωνή της Κλειώς ηχούσε μαγευτικά και καθήλωνε μικρούς και μεγάλους. "Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή. Σε περιέχω όπως το αραχωβίτικο κιούπι το λάδι. Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει μες στα πλεμόνια του το δειλινό τον μπάτη. Σ' αγροικώ με την ίδια διάθεση που ο ερυθρόδερμος κολλάει τ' αυτί του χάμω για ν' ακούσει τον καλπασμό του αλόγου".
Πού να καταλάβει ο θαλασσοδαρμένος ο Οδυσσέας την Καλυψώ και να συνεννοηθεί μαζί της! Άσε πια τον Κλούβιο που άλλα του έλεγε η Καλυψώ να πει στον Οδυσσέα κι αυτός άλλα καταλάβαινε. Συνεννόηση καμία.
Τέλος, όταν ο Οδυσσέας την αφήνει και φεύγει, εκείνη πέφτει να αυτοκτονήσει από έναν βράχο λέγοντας: "Είμαι ένα θλιμμένο καλαμπόκι"...»

«...Μίσος, μίσος. Αυτό ήτανε η Αθήνα μετά τον Δεκέμβρη. Η κυρία Μιράντα δεν μας ξαναμίλησε ποτέ. Ούτε ξανάρθαν σπίτι τους μόλις τους άφησαν ελεύθερους - ούτε ξέρουμε πού τους είχαν κρατήσει ομήρους. Έστειλε μια ξαδέλφη της να πάρει τη Λαίδη κι ούτε ένα ευχαριστώ στη μαμά που την κράτησε. Θα έμεναν στην ξαδέλφη της κάπου στο Χαλάνδρι, ώσπου να λήξει το συμβόλαιό τους και να μετακομίσουν.
- Κι εγώ που νόμιζα τη Μιράντα φίλη μου, λέει η μαμά. Ίσως όμως νομίζει πως εμείς τους καταδώσαμε.
Δεν υπάρχουν πια φίλοι. Δηλαδή οι φίλοι που ξέραμε από παλιά. Τώρα σε κοιτάζουν και τους κοιτάζεις κατάματα και φτάνει ν' ανταλλάξετε δυο λόγια για ν' αγκαλιαστείτε ή να γυρίσετε την πλάτη για πάντα...»

Εκδόσεις: Μεταίχμιο 2013