Showing posts with label gothic literature. Show all posts
Showing posts with label gothic literature. Show all posts

Saturday, February 13, 2016

Το Στρίψιμο της Βίδας - Henry James

«...Δεν έχω ξαναδεί το Μπλάυ από τη μέρα που έφυγα, και φαντάζομαι πως στα πιο ηλικιωμένα και πιο έμπειρα μάτια μου θα φαινόταν τώρα αρκετά μαζεμένο. Αλλά όσο η μικρή οδηγός μου, με τα χρυσά μαλλιά της και το μπλε φουστανάκι της, χοροπηδούσε μπροστά μου στρίβοντας γωνιές και στραμπούλιζε διαδρόμους, οραματιζόμουν έναν πύργο παραμυθένιο, κατοικία μιας ροδόχρωμης νεράιδας, ένα μέρος που, για να διασκεδάσει η νεαρή φαντασία, θα έπαιρνε το χρώμα του από βιβλία με ιστορίες κι από παραμύθια. Μήπως δεν ήταν παρά ένα βιβλίο με παραμύθια, και καθώς το διάβαζα με πήρε ο ύπνος και ονειρευόμουν; Όχι, ήταν ένα μεγάλο, άσχημο, παλιό αλλά βασιλικό σπίτι, που ενσωμάτωνε κάτι λίγα απομεινάρια ενός ακόμη πιο παλιού σπιτιού, μισο-ανακαινισμένο και μισο-χρησιμοποιημένο - και μέσα σ' αυτό είχα τη φαντασίωση πως ήμασταν έρημοι, σχεδόν όσο μια χούφτα επιβάτες μέσα σ' ένα μεγάλο καράβι, έρμαιο της θάλασσας. Και το πιο παράξενο, εγώ κρατούσα το τιμόνι...»

«...Είχα συναίσθηση, καθώς μιλούσα, πως φαινόμουν να μην ξέρω τι λέω, γιατί έβλεπα αυτή την ιδέα να σχηματίζεται σιγά σιγά πάνω στο πρόσωπο της κυρίας Γκρόουζ. "Ένα άλλο πρόσωπο... τούτη τη φορά - αλλά εξίσου ολοφάνερα απαίσιο και σατανικό: μια γυναίκα μαυροφορεμένη, χλωμή και φρικαλέα... και μ' ένα τέτοιο ύφος, και μ' ένα τέτοιο πρόσωπο! Στην άλλη όχθη της λίμνης. Ήμουν εκεί με το παιδί... καμιά ωρούλα... και ήρθε ξαφνικά".
"Πώς ήρθε - από πού;"
"Από εκεί που έρχονται! Εμφανίστηκε και στάθηκε εκεί - μα όχι τόσο κοντά".
"Και δίχως να έρθει πιο κοντά;"
"Ω, για την εντύπωση και την αίσθηση που προκάλεσε, ήταν σαν να ήταν τόσο κοντά όσο εσύ!"
Η φίλη μου, με μια παράξενη ορμέμφυτη κίνηση, έκανε ένα βήμα πίσω: "Ήταν κάποια που δεν την έχετε ξαναδεί;"
"Ναι, αλλά κάποια που το παιδί την έχει ξαναδεί. Κάποια που την έχεις ξαναδεί κι εσύ". Και για να δείξω τι εννοούσα, πρόσθεσα: "Η προκάτοχή μου, εκείνη που πέθανε"...»

«..."Οι τέσσερίς τους, να είσαι βέβαιη για αυτό, ανταμώνουν αδιάκοπα. Αν ήσουν με ένα από τα παιδιά μια από τούτες τις τελευταίες νύχτες, θα είχες καταλάβει ξεκάθαρα. Όσο περισσότερο παρακολουθούσα και περίμενα, τόσο περισσότερο ένιωθα πως και τίποτε άλλο να μην ήταν για να βεβαιωθώ, θα αρκούσε η συστηματική σιωπή των δύο παιδιών. Ποτέ δεν τους ξέφυγε η παραμικρή νύξη για τους δύο παλιούς φίλους τους, ούτε και του Μάιλς για την αποβολή του από το σχολείο. Ω, ναι, μπορούμε να καθόμαστε και να κοιτάζουμε, κι αυτά να κάθονται φρόνιμα φρόνιμα - αλλά ακόμα κι όταν καμώνονται πως είναι απορροφημένα στα παραμύθια τους, είναι βυθισμένα στην οπτασία δύο νεκρών που ξαναγύρισαν. Δε διαβάζει της αδελφής του" δήλωσα ξεκάθαρα, "κουβεντιάζουν για κείνους - κουβεντιάζουν για φριχτά πράματα! Μιλάω, το ξέρω, σαν να ήμουν τρελή - και είναι θαύμα πώς δεν τρελάθηκα ακόμη. Αυτά που έχω δει, εσένα θα σε έκαναν να τρελαθείς, μα εμένα με έκαναν μονάχα να βλέπω πιο καθαρά, με έκαναν να καταλαβαίνω ακόμη κι άλλα πράγματα...»

Monday, February 7, 2011

Το Κάστρο του Οτράντο - Horace Walpole

«...Σιωπή βασίλευε στα διαμερίσματα της Ιππολύτης. Αλλά ο μαρκήσιος δεν παραξενεύτηκε, γιατί νόμιζε ότι η πριγκίπισσα βρισκόταν στο προσευχητήριό της, όπως του είχε πει ο υπηρέτης. Προχώρησε. η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Το βράδυ σκοτεινό και συννεφιασμένο. Έσπρωξε μαλακά την πόρτα και τότε είδε κάποιον που ήταν γονατισμένος μπροστά στο βωμό. Πλησίασε αργά και τότε διαπίστωσε ότι δεν ήταν γυναίκα, αλλά κάποιος που φορούσε καλογερίστικο ράσο και του είχε γυρισμένη την πλάτη. Ο άνθρωπος έδειχνε να 'ναι βυθισμένος σε προσευχή. Ο μαρκήσιος ήταν έτοιμος να φύγει, όταν, ξαφνικά, η μορφή σηκώθηκε μένοντας για λίγο ακίνητη. Ο μαρκήσιος υπέθεσε ότι πρέπει να ήταν κάποιος ιερέας και θέλοντας να ζητήσει συγγνώμη για την ενόχληση, είπε: "Ζητώ συγγνώμη, ευσεβέστατε πατέρα, αλλά αναζητώ τη λαίδη Ιππολύτη". "Τη λαίδη Ιππολύτη;" είπε ο άγνωστος. "Γι' αυτό ήρθες στο κάστρο; Για τη λαίδη Ιππολύτη"; Και γύρισε αργά - αργά. Και τότε, ο Φρειδερίκος, με φρίκη, είδε να τον κοιτάζει μες απ' την κουκούλα του ράσου η νεκροκεφαλή ενός σκελετού. "Άγγελοι τ' ουρανού, βοηθήστε με", ψέλλισε κι οπισθοχώρησε. "Σου χρειάζεται η βοήθειά τους", απάντησε το φάντασμα. Ο Φρειδερίκος έπεσε στα γόνατα και ικέτεψε το φάντασμα να τον λυπηθεί. "Δε με θυμάσαι, λοιπόν, Φρειδερίκε;" ρώτησε το πνεύμα. "Δε θυμάσαι το δάσος της Ιόππης"; "Θεέ μου", φώναξε τρέμοντας ο Φρειδερίκος, "είσαι, είσαι ο ερημίτης. Καημένο πνεύμα, πες μου τι θέλεις να κάνω για να ξαναγαληνέψεις;" "Έτσι, λοιπόν", απάντησε το φάντασμα, "λευτερώθηκες απ' τη σκλαβιά των άπιστων για να υποδουλωθείς στις ηδονές της σάρκας, ε; Ξέχασες το θαμμένο ξίφος και το θέλημα τ' ουρανού, που είναι γραμμένο στη λεπίδα του;" "Όχι, όχι, ευλογημένο πνεύμα, δεν το ξέχασα", απάντησε ο Φρειδερίκος, "αλλά πες μου, τι άλλο απομένει να κάνω;" "Να ξεχάσεις τη Ματθίλδη", απάντησε το φάντασμα και χάθηκε...»
«...Το φεγγάρι μεσουρανούσε κι αυτός διάβασε στα λυπημένα πρόσωπα της συνοδείας εκείνο που φοβόταν. "Πέθανε;" ρώτησε με σπασμένη φωνή. Εκείνη τη στιγμή ένας κεραυνός τράνταξε συθέμελα το κάστρο. Η γης αναταράχτηκε. Ακούστηκε ο θόρυβος μιας υπερφυσικής πανοπλίας. Ο Φρειδερίκος κι ο Ιερώνυμος νόμισαν ότι είχε φτάσει η μέρα της Κρίσης, η Δευτέρα Παρουσία. Έτρεξαν έξω στην αυλή παίρνοντας μαζί τους και τον Θεόδωρο. Αλλά την ώρα που εμφανίστηκε αυτός, το τείχος πίσω από τον Μάνφρεντ γκρεμίστηκε σ' ερείπια. Τεράστια, γιγάντια, μες από τον κουρνιαχτό των χαλασμάτων, εμφανίστηκε η μορφή του Αλφόνσου. Με φωνή απόκοσμη είπε: "Αυτός, θνητοί, είναι ο αγαπημένος μου. Ο Θεόδωρος είναι ο πραγματικός κληρονόμος του Αλφόνσου". Μια εκκωφαντική βροντή συνόδεψε τα λόγια του φαντάσματος. Ύστερα, άρχισε να υψώνεται αργά στους ουρανούς. Τα σύννεφα άνοιξαν. Φάνηκε η φωτεινή μορφή του Αγίου Νικολάου, που υποδέχτηκε τη σκιά του Αλφόνσου. Αμέσως, μια υπερκόσμια λάμψη τύλιξε και τις δύο μορφές. Και την άλλη στιγμή χάθηκαν από τα μάτια των ανθρώπων...»

Μετάφραση: Μάκης Πανώριος - Παναγιώτης Σκάγιαννης
Εκδόσεις: Αίολος

Thursday, December 10, 2009

Η Πτώση του Οίκου των Άσερ - Edgar Allan Poe


«...Μια από τις φαντασμαγορικές εικόνες που είχε συλλάβει ο φίλος μου, όχι τόσο αυστηρά αφηρημένης, μπορεί να σκιαγραφηθεί, αν και κάπως ισχνά με λόγια. Μια μικρή εικόνα παρουσίαζε το εσωτερικό μιας ατέλειωτης στενόμακρης θολωτής στοάς, με τοίχους χαμηλούς, λείους, λευκούς και χωρίς καμιά διακοπή ή άλλο στολίδι.
Μερικά συμπληρωματικά σημεία του σχεδίου έδειχναν με κάποιο τρόπο, πως αυτό το υπόγειο βρισκόταν σε ένα βάθος υπερβολικό κάτω από την επιφάνεια της γης. Κανένα άνοιγμα δεν έκοβε σε κανένα σημείο την απέραντη έκτασή του, και κανένας πυρσός ή οποιοδήποτε άλλο φως δεν φαινόταν πουθενά· ένα κύμα, ωστόσο, από εκθαμβωτικές ακτίνες κυλούσε από άκρη σε άκρη του, και το έλουζε ολόκληρο με μια φασματική, απίθανη λάμψη...»
«…μια βραδιά, αφού με πληροφόρησε ξαφνικά πως η λαίδη Μαντελάιν δεν υπήρχε πια, μου δήλωσε πως σκόπευε να κρατήσει το σώμα της για δεκαπέντε μέρες, προτού τελικά το θάψει, σε μια από τις πολλές θολωτές κρύπτες που υπήρχαν στους χοντρούς τοίχους του σπιτιού...»
«…Ο αδελφός είχε οδηγηθεί σε αυτή την απόφαση – έτσι τουλάχιστον μου είπε – εξαιτίας της ειδικής μορφής της αρρώστιας της νεκρής, ορισμένων ενοχλητικών μα απαραίτητων εξετάσεων που έπρεπε να κάνει ο γιατρός της και επειδή ο οικογενειακός τους τάφος βρισκόταν μακριά σε μέρος πολύ εκτεθειμένο…»
«…Μονάχοι εμείς οι δυο, μεταφέραμε το φέρετρο με το σώμα της λαίδης Μαντελάιν στον τόπο όπου επρόκειτο να αναπαυθεί...»
«…Αν το ακούω;  Ναι, το ακούω, το έχω ακούσει. Για πολύ πολύ πολύ. Πολλά λεπτά, πολλές ώρες, πολλές μέρες, το έχω ακούσει, μα δεν τόλμησα - ω, λυπήσου με, λυπήσου το άθλιο ναυάγιο που είμαι! – δεν τόλμησα, δεν τόλμησα να μιλήσω! Τη βάλαμε ζωντανή στον τάφο! Δεν σου είπα πως οι αισθήσεις μου είναι οξύτατες; Τώρα σου λέω πως άκουσα τις πρώτες αδύναμες κινήσεις της μέσα στο φέρετρο. Τις άκουσα πολλές, πολλές μέρες πριν, μα δεν τόλμησα, δεν τόλμησα να μιλήσω και τώρα, απόψε, ο Έθελρεντ – χα, χα! – πες καλύτερα το σπάσιμο της κάσας της, το τρίξιμο των σιδερένιων στροφάλων της φυλακής της και το πάλεμα με το χαλκοντυμένο τόξο του θόλου! Ω! Πού θα πετάξω; Δεν θα φτάσει εδώ από στιγμή σε στιγμή; Δεν άκουσα τα βήματά της στη σκάλα; Δεν ξεχωρίζω το βαρύ, φρικτό κτύπο της καρδιάς της; Τρελέ! – εδώ τινάχτηκε όρθιος με μανία και φώναξε λες και μαζί με τα λόγια που ξεστόμισε έβγαινε και η ψυχή του. Τρελέ! Σου λέω πως τώρα στέκει εκεί έξω από την πόρτα!»
Μετάφραση: Στέλλα Βουρδούμπα
Εκδόσεις: Ελευθεροτυπία 2006