Showing posts with label Σύγχρονη Ελληνική Λογοτεχνία. Show all posts
Showing posts with label Σύγχρονη Ελληνική Λογοτεχνία. Show all posts

Wednesday, October 28, 2015

Στην άκρη του κόσμου - Γιώργος Ξενάριος

«...Ο Αλέξανδρος πάντα έρποντας, πλησίασε στο αμίλητο κεφάλι. Του ίσιωσε τα μαλλιά, το σφούγγισε από τα αίματα, το πέρασε και μια δόση φαρμακευτικό κερί. Ύστερα τράβηξε από τις μασχάλες τον στρατιώτη και τον έσυρε λίγα μέτρα πιο μακριά. Πήρε ένα χοντρό δοκάρι από κείνα που χρησίμευαν ως υποστυλώματα για να στηρίζουν τα λαγούμια στα χαρακώματα. Το κάρφωσε στο χώμα και πάνω του έδεσε με σκοινιά, όρθιο τον ανώνυμο στρατιώτη. Σαν σκιάχτρο, να φοβίζει τους εχθρούς.
 Έτσι, είπε, για να μάθουν πως δεν παραδινόμαστε...»

«...Την προσφυγή στο Θείο; αποκρίθηκε ερωτών ο Αποστόλου, ενώ οι έταιροι δύο σιωπούσαν αιδημόνως. Τι εννοείτε; Να ικετεύσουμε τον Θεό να άρει από πάνω μας το δεινό. Δεν γνώριζε ο Πανάγαθος ότι τα τέκνα του των Αλυκών δεν θέλουν να εξολοθρευτούν από τη χολέρα; Εσείς αστειεύεστε, αλλά τα πράγματα είναι λίγο πιο πολύπλοκα. Δηλαδή; Ξέρετε, δεν είναι στο χέρι του Θεού, αλλά στο δικό μας. Ο Θεός έχει αποσυρθεί από την Ιστορία, όχι όμως από τις ψυχές των ανθρώπων. Παρεμβαίνει μόνο μέσω αυτών, όλα τα υπόλοιπα είναι Ιστορία των ανθρώπων. Σ' αυτήν δεν παρεμβαίνει ο Θεός; Μόνο κατ' εξαίρεση, για να μην αποτελέσει η Ιστορία αιτία που δεν θα Τον ανακαλύψουν. Εννοείτε το θαύμα; Και αυτό...»

«...Ριγμένοι άτακτα εδώ κι εκεί, οι κάτοικοι των Αλυκών προσπαθούσαν να αναπαυτούν, να πάρουν δυνάμεις από την κοπιώδη ανηφόρα που τους είχε φέρει ως εδώ πάνω. Κάρα πρατημένα, υποζύγια ελευθερωμένα και κατάκοπα, άνθρωποι ξαπλωμένοι στο χώμα και στο χορτάρι. Κανείς δεν μιλούσε μέσα στο ολόφωτο βράδυ.
 Θά 'ταν μεσάνυχτα όταν έφτασαν. Ο Γρηγόριος και ο Αποστόλου κοιτούσαν τους πρώην κατοίκους των Αλυκών με κάτι σαν συγκατάβαση στα μάτια. Όλα θα γίνονταν δικά τους. Και το μέλλον γενάμενο παρόν.
 Έγινε παρόν το μέλλον εκείνη τη βραδιά, γιατί σε μια από τις σπάνιες αναπτυχώσεις του χρόνου διεστάλη η γη, ο ουράνιος θόλος, ο κόσμος όλος - και είδαν. Είδαν από πού ξεκινούσε και πού έφτανε όλη αυτή η πορεία, η δική τους πορεία. Διεστάλη ο θόλος, φούσκωσε ο ουρανός, κι ένας άγγελος-αντάρτης, σαρκωθείς, ενεφανίσθη λέγων: Τώρα το μέλλον θα γίνει παρόν για σας...»

«...Πίσω από τον αυχένα του Σίδερου, στο πρώτο, γυμνό ύψωμα, οι πορευόμενοι - ακριβέστερα: η εμπροσθοφυλακή τους - αντίκρισαν ένα παράξενο, πρωτοφανές για τους περισσότερους, θέαμα: πάνω στο γυμνό ύψωμα, στερεωμένο σε πρόχειρο ξύλινο πλαίσιο και κρεμάμενο, ένα παραλληλόγραμο άσπρο πανί· απέναντί του, σε απόσταση λίγων μέτρων, μια μηχανή που τώρα, ακριβώς τώρα, έβγαζε ένα άσπρο φως γουργουρίζοντας και προβάλλοντας μπροστά της μια δέσμη από άσπρο, διάφανο φως· άνθρωποι, φιλοπερίεργοι και αδημονούντες, καθισμένοι σε πρόχειρα στημένους ξύλινους πάγκους, στραμμένοι προς το πανί - έχοντας δηλαδή στραμμένα τα νώτα τους προς τον Γρηγόριο και τους υπόλοιπους της Πορείας (μα ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι, τι περίμεναν;)· κι ένας άντρας, με σκούρα ντυμένος, σαν επίσημα, με επίσημες, σχεδόν ιερατικές κινήσεις, έπαιρνε θέση πίσω από το παράδοξο μηχάνημα, το οποίο, εκτός των άλλων, στο πλάι του έφερε μια απόφυση που σε λίγο το έμπειρο δάχτυλο του επίσημου, μαυροντυμένου άντρα θα οδηγούσε σε συνεχόμενη, κυκλική, ευγενική κίνηση...»

«...Μέσα στη νύχτα, μέσα σ' εκείνο το χλωμό φως, πάνω στο βουνό, μες στο κρύο και στο ψιλόβροχο, ένιωσε κάτι από τη μοναξιά του Θεού...»

Εκδόσεις: Κέδρος, 2011
 

Saturday, October 3, 2015

Το Βιβλίο της Κατερίνας - Αύγουστος Κορτώ

«...Ακόμα προσπαθώ, μέσα από τούτη τη γραφή, να καταλάβω. Να μπω μες στην ψυχή των υπαιτίων, που δεν είναι άλλοι απ' αυτούς που μας ανέθρεψαν...»

«...Είναι τα χρόνια που ο λατρεμένος αδελφός μου ο Άγις, έφηβος δεκατριών ετών με ευαισθησίες πολύ ωριμότερου άντρα, μου μαθαίνει τι να ακούω και τι να διαβάζω - μα δίχως ζόρι ή πατρονάρισμα. Απλώς μοιράζεται μαζί μου ό,τι αγαπά με πάθος, αφήνοντάς με να βρω μόνη μου τον δρόμο προς τα δικά μου μύχια πάθη...»

«...Είναι τα χρόνια που αποφασίζω πως, όταν μεγαλώσω, θα παντρευτώ έναν άντρα σαν τον Άγη, και θα κάνω μόνο ένα παιδί, για να μη χρειάζεται να μοιράζω την αγάπη μου...»

«...Έχω ανακαλύψει ένα ενδιαφέρον παιχνίδι.
Όταν σκορπάς τη δυστυχία σου σαν τη γρίπη, σ' όποιον βρεθεί μπροστά σου, κάπως σαν να λιγοστεύει.
Δεν ξέρω αν αυτό με κάνει κακό άνθρωπο.
Αλλά δεν με νοιάζει να είμαι καλή, μόνο, αν γίνεται λιγότερο δυστυχισμένη...»

«...Μπορεί να ήμουν άρρωστη, κι ανάποδη, και πικρόχολη, κι εγωίστρια, όμως κατάφερα κάτι που πολλές γυναίκες (πάρε παράδειγμα την αδελφή μου) το σκατώνουν τελείως: να μεγαλώσω ένα παιδί, με τόση αγάπη, και τόση πίστη στον εαυτό του, που να μοιάζει ικανό να καταφέρει τα πάντα, που μιλάει, που διαβάζει και γράφει σε δυο ξένες γλώσσες άπταιστα, που αυτοσχεδιάζει υπέροχα κομμάτια στο πιάνο χωρίς μισό μάθημα σε ωδείο, και που σε δέκα-είκοσι χρόνια το πολύ θα κάνει την υφήλιο ολάκερη ν' ασχολείται με τα ιατρικά του επιτεύγματα. Λίγο τό 'χεις; Περήφανη μάνα, λοιπόν, κι ευτυχισμένη...»

Εκδόσεις Πατάκη 2015

Sunday, May 24, 2015

10 Ώρες Δυτικά - Γιώργος Γλυκοφρύδης

«...Ώρες αργότερα, οι ερπύστριες, ανεπίδεκτες κιμωλίες που τα 'βαλαν με την άσφαλτο της πόλης, ανατρίχιαζαν τους ανθρώπους από μακριά. Κι όταν έφτασαν στις κεντρικές λεωφόρους με τα παράθυρα θεόκλειστα και τους δρόμους άδειους, ή σχεδόν, ήταν λες κι είχε πέσει κάποια αρρώστια και μόνο οι δήθεν θαραλλέοι κι οι άπιστοι είχαν ξεμυτίσει. Τανκ γεμάτα λάσπη και ξερό χώμα, και μοτοσικλέτες με καλάθι, μαζί με τεθωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού, ανέβαιναν τη λεωφόρο Νίκης προς τον Λευκό Πύργο κάτω από τον λαμπερό ήλιο. Κόκκινες σημαίες με σβάστικες απλωμένες πάνω στα άρματα. Πετρέλαιο βρόμαγε όλος ο Θερμαϊκός. Τι θόρυβος κι αυτός. Το ατσάλινο στρίγκλισμα. Τραντάζονταν τα πατώματα στα παραλιακά καφενεία. Ένας με το σακάκι του ν' ανεμίζει περπατούσε στην παραλία δίπλα στη θάλασσα που άστραφτε. Προς την αντίθετη κατεύθυνση της παρέλασης. Γρήγορα. Λες και κάποια δουλειά είχε. Ελαφρά έστρεφε το βλέμμα του στο Ράιχ, μην και τον πάρει είδηση. Κι άξαφνα, όσοι τελικά ήταν εκεί σταμάτησαν να φαντάζονται. Μόνο σιωπή. Γιατί τα πρόσωπα εκείνων που βημάτιζαν στους δρόμους - στρατιώτες κι αξιωματικούς κάποιοι τους αποκαλούσαν, μια που ούτε κι οι ίδιοι έδειχναν να ξέρουν αν αυτά τα χαρακτηριστικά τους ταίριαζαν - ήταν ένα σύνολο αγένειας και αλαζονείας. Ένα συμμάζεμα σουλουπωμένης βαρβαρότητας. Ποιος θα τους συγχωρούσε και πότε.
 Ούτε καν εκείνοι οι λίγοι που τους ζητωκραύγαζαν. Αν κι αυτούς τους τελευταίους, απ'ό,τι φάνηκε, δεν τους συγχώρεσε ούτε ο Θεός...»

«...Ο πόλεμος χάνεται για τη Γερμανία, Κώστα! Δεν το βλέπεις; Δεν ακούς; Δε μαθαίνεις; Εγώ θα σ' τα λέω; Θα μας τουφεκίσουν νύχτα, όπως τουφέκισαν τους Ταγματασφαλίτες! Ήμουν μπροστά! Θυμάσαι; Μπροστά! Κι άμα δεν προλάβουν να μας τουφεκίσουν αυτοί, θα μας τουφεκίσουν οι Εγγλέζοι, μωρέ! Ή η καινούργια κυβέρνηση, όποιοι θά 'ναι αυτοί! Στα τρία μέτρα! Εσχάτη προδοσία, ρε αδέρφι! Συνεργάτες του κατακτητή! Φασίστες! Δεν τις ακούς τις λέξεις; Δεν τους έχεις ακούσει να μιλάνε; Έτσι μας λένε... Δεν ξέρεις τι λένε αυτές οι λέξεις; Λένε θάνατος, μωρέ! Έχω δώσει τη μισή Θεσσαλονίκη κι άλλα τόσα ξόανα... Οικογένειες όλες μαζί... Έτσι θα τ' αφήσουν...;»
«...Ένας από τους ήρωες κόμιξ της Μάρβελ που συμπαθούσε ιδιαίτερα ο Μωυσής ήταν ο Sandman, ο άνθρωπος - άμμος. Εκείνος που σχεδόν πάντα, στην πρώτη του εμφάνιση, γεννιόταν μέσα σε κάτι που περιείχε πολύ άμμο ή και χώμα. Συνήθως με υπόκρουση Μπετόβεν ή κάτι αντίστοιχο. Αυτή η μεγαλειώδης γέννηση μέσα στην άμμο, που μεγάλο μέρος της ίδιας της άμμου μεταμορφωνόταν σε ανθρώπινο πλάσμα, τον Μωυσή τον καθήλωνε. Σε κάποιες δε κινηματογραφικές μεταφορές, αυτό γινόταν πολύ πιο τελετουργικά απ' ό,τι στα έντυπα των κόμιξ. Κι αυτό τον καθήλωνε ακόμη περισσότερο. Κι έτσι έγινε. Ύστερα από κείνο το "πάλι τα ίδια..." της μητέρας του, ο Μωυσής έτσι ένιωσε. Ότι το παρκέ πάτωμα κάτω από τα πόδια του κουνήθηκε, έγινε δέντρο, μετά χώμα, και τον κατάπιε. Έτσι, τον έβαλαν μέσα σ' ένα μεταλλικό σεντούκι, τον έκλεισαν μαζί με τις αποσκευές σ' ένα τεράστιο επιβατικό αεροσκάφος, και τον έστειλαν στην Αμερική για περαιτέρω μελέτη στα εκεί εργαστήρια...»

«...Ο κύκλος των ενοχικών συμπλεγμάτων είναι απλός στη σύλληψη κι εύκολος στην εφαρμογή. Και μερικές φορές είναι και συνειδητός. Σπάνια βέβαια συνειδητός. Κι εδώ δε μας νοιάζει γιατί θέλουν να σου δημιουργήσουν ενοχικά συμπλέγματα. Μας νοιάζει μόνο το ότι θέλουν. Συνειδητά ή ασυνείδητα, θέλουν. Οπότε ο μόνος τρόπος για να αντεπεξέλθεις είναι η απάντηση σε μία ερώτηση: Τι μετρά περισσότερο, η ζωή σου ή η ζωή τους...;»

«...Ένας μελαχρινός κοντοκουρεμένος τύπος με μπλε φόρμα σταμάτησε μπροστά της. Την κοίταξε. Κάτι τής είπε, αλλά έβλεπε μόνο τα χείλη του ν' ανοιγοκλείνουν. Μάλλον κάτι τη ρώτησε. Η Αριάδνη έβαλε τα κλάματα. Έτρεμε ολόκληρη. Σταύρωσε τα χέρια και τον κοιτούσε κι εκείνη. Με παράπονο. Τόσο παράπονο. Ολόκληρο το πρόσωπό της ήταν ένα παράπονο που έτρεμε κλαίγοντας. Την κοίταζε. Περίεργο ύφος. Αλλά γλυκό. Σταύρωσε κι αυτός τα χέρια του. Η Αριάδνη άρχισε να κλαίει με αναφιλητά. Άκουγε την ανάσα της μες στη μουσική. Γονάτισε απέναντί της κι άπλωσε το χέρι του στα μαλλιά της. Συνέχισε να της μιλά. Δεν τον άκουγε. Της χάιδευε το κεφάλι απαλά. Της σκούπισε λίγα δάκρυα και σηκώθηκε όρθιος. Της έδειξε τον τόπο γύρω. Της έκανε μία ερωτηματική κίνηση. Τίποτε... τίποτε... του είπε κουνώντας το κεφάλι της. Έσκυψε κάτω. Δεν τον κοιτούσε πια. "Ο δικαστής θα είσαι εσύ". Κι αυτό το άκουσε, δεν το σκέφτηκε. Τραντάχτηκε ολόκληρη. Τίναξε το κεφάλι της τρομαγμένη μπροστά, με τα μάτια κατακόκκινα από το κλάμα, αλλά ορθάνοιχτα. Δεν υπήρχε κανείς. Ο τύπος είχε χαθεί. Δεν έφυγε έτσι όπως είχε έρθει. Απλώς χάθηκε. Έσβησε από το χώρο. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά να τον προλάβει στο μονοπάτι, αλλά δεν υπήρχε κανείς. Παρ' όλα αυτά, ήταν ήρεμη. Υπήρχε ηρεμία μέσα της. Όμορφη, αν και άξαφνη. Χαμογέλασε. Αναστέναξε. Σήκωσε το βλέμμα της στον ουρανό. Ηρέμησε ακόμη πιο πολύ. αλλά η μουσική δεν έδειχνε να θέλει να τελειώσει. Ανέβαινε κι άλλο. Πόσες θυσίες. Πόσο αίμα. Πόσοι ήρωες. Μπήκαν τα κρουστά. Όλοι οι τάφοι του κόσμου δεν αρκούν, παππού... Έκανε να σηκωθεί όρθια. Δεν μπορούσε. Θα ήθελε να περπατήσει στο χορτάρι. Αλλά δεν μπορούσε. Ήταν, όμως, καλά. Παππού, ο δικαστής θα είμαι εγώ.
 Έβγαλε τα ακουστικά της κι έκλεισε το iPod...»

«...Στο σπίτι έφτασε όταν ο ήλιος είχε πια πέσει από τον ορίζοντα και όλα όδευαν προς το βαθύ μπλε. Κι αν του άρεσε ν' ακούει κάτι όταν γύριζε, ήταν ο ήχος των ελαστικών πάνω στο χαλίκι της εισόδου του γκαράζ. Κι αργότερα, τα φτερουγίσματα των πουλιών στα δέντρα του κήπου, που ανησυχούσαν από το σκοτάδι. Και πιο μετά, κάτι περίεργα κρωξίματα από απέναντι, τα οποία οι γείτονες έλεγαν πως μάλλον βατράχια είναι, αλλά τι διάολο, βατράχια να μαζεύονταν στα παρτέρια; Κι από πού κι ως πού δηλαδή... Και οι μονοκατοικίες, διώροφες ή και χωρίς δεύτερο όροφο, σπαρμένες περίπου συμμετρικά στον ανηφορικό ασφαλτόδρομο, γίνονταν θεατρικά νυχτερινά πάλκα στο μυαλό του Μωυσή. Όπου παίζονταν τα πιο ενδιαφέροντα μονόπρακτα.
 Μια στις τόσες, έβγαζε κι εκείνος το σκυλί τους για βόλτα, όπως όλοι οι περίοικοι. Νύχτα, όμως. Πιο πολύ για να ακούει καβγάδες ή αναστεναγμούς απ΄τυχόν ξεχασμένα ανοιχτά παράθυρα, παρά για οτιδήποτε άλλο. Και το καλησπέρισμα μ' ένα νεύμα του χεριού στο εκάστοτε πλήρωμα του εκάστοτε περιπολικού που περνούσε ήταν δεδομένο. Πέρα μακριά, το Σαν Φρανσίσκο. Άπειρες φωτεινές τελείες, όχι και τόσο πολύχρωμες - άπειρες, πάντως. Κι ύστερα, η Αριάδνη, πάλλευκη, θεόγυμνη ως συνήθως, πανέμορφη και μοναδική. Αντάλλαγμα σχεδόν για τα πάντα. Ίσως όχι για τον ωκεανό...»

Εκδόσεις: Ελληνικά γράμματα, Ιούνιος 2010

Thursday, August 28, 2014

Αλδεβαράν - Παύλος Μάτεσις

«Η θάλασσα τού άρεσε όταν ήταν παιδί, τώρα έχει γίνει συνοικιακό κοσμικό γεγονός, προπαντός το καλοκαίρι την έχουν κάνει κατοχή οι φτωχομπινεδοκοσμικοί. Την ακρογιαλιά την έχουν βαφτίζει "πλαζ". Σαν ναυαγοί τριτοκοσμικοί, θυμίζει φεστιβάλ ζητιάνων, αλλοδαπών ζητιάνων μάλιστα. Ταλαίπωρες μαμάδες σε απεγνωσμένες διακοπές, μπουγαδιάζουν μωρά στο κύμα, σε θάλασσα που ο Ερμής την αισθάνεται ιδιοκτησία του, δική του.
- Όχι δηλαδή, Μύρτο, λογάριασε: δύο χιλιάδες κυράδες ίσον τέσσερεις χιλιάδες αμασχάλες - αποφεύγω να σκεφτώ τι άλλο ξεπλένουν. Και όταν μία με μαγιό στέκει μαρμαρωμένη από μαγεία, ίσαμε τη μέση στο νερό και ατενίζει ρομαντικά το μέλλον, δεν ατενίζει, Μύρτο: κατουράει. Και συ ο μαλάκας κολυμπάς παραπλεύρως και κάνεις γαργάρα τα τουριστικά νερά. Δηλαδή πηγαίνει σε θάλασσα ο Ερμής, με την κοπέλα του αλλά όχι εδώ γύρω. Στον Ειρηνικό πηγαίνουν.
- Στον Ειρηνικό δηλαδή δεν κατουράνε οι κυρίες, Ερμή;
- Όχι, κατούρησαν πιο πριν. Στην Ευρώπη.
Ο Μύρτος γελούσε.
- Στον φάρο τον δικό μου είναι αλλιώς, είπε. Μάλιστα τον χειμώνα, τη νύχτα μέσα στον φάρο, απάνω, όταν είναι αναμμένος και τον χαιρετάει από μακριά με τη σειρήνα του κανένα περαστικό πλοίο. Ξέρεις, τα θεμέλιά του τα έχουν σκάψει μέσα στον βράχο και όταν τον βαράει το κύμα, τον χειμώνα αυτό, ο φάρος κουνιέται, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τον σεισμό από τη φουρτούνα.
-Έτσι, έτσι, συμφωνούσε ο Ερμής, τον χειμώνα αλλάζει πρόσωπο η θάλασσα, δεν έχει τουρίστες, δεν έχει "πλαζ" με χορταρένιες ομπρέλλες σε στυλ βλαχο-εξωτικό, με τις χιλιάδες ξαπλώστρες γεμάτες κώλους πλαδαρούς που περιμένουν πελατεία αλλά μένουν στα αζήτητα - σαν νεκροτομείο μοιάζουν από μακριά, Μύρτο. Η πολυκοσμία αγρίευε τον Ερμή, όταν σε συνωστισμό τον ακουμπούσε κανείς τυχαία, τον κυρίευε διάθεση να ρίξει γροθιά. Στριμωξίδι άγριο, ρε Μύρτο, σαν βάρκα με λαθρομετανάστες. Σε κάτι λούμπεν κοσμικά νησιά, όπου καμιά φορά με τραβάει η εκάστοτε δικιά μου, στην πλαζ κάνεις ν' αγγίξεις τον πισινό σου και χαϊδεύεις τον πισινό του διπλανού. Και το ίδιο κάνει και ο διπλανός. Και τον έχει σε μεγάλη εκτίμηση τον κώλο του ο Ερμής - και συ τον δικό σου, κύριε Μύρτο, θέλω να ελπίζω. Του το οφείλεις δηλαδή, δεν έχεις καμία διάθεση να σου τον μαλάζει ο κάθε τυχών διπλανός. Δεν γουστάρω ξυσίματα, τον έχω καλομάθει με χάδι τον κώλο μου εγώ, είτε σελφ-σέρβις όταν είμαι στην μπανιέρα, ή αν μου τον νταντεύει μια γυναίκα - νά 'ναι όμως ωραία η γυναίκα, σύμφωνος κύριε Μυρτίλε; Εσύ θα ξέρεις απ' αυτά - Πού χάθηκες;»

«Στον πλανήτη μας έζησαν και κυριάρχησαν, παλαιά, τεράστιοι οργανισμοί. Και δεν ήξεραν ότι θα πεθάνουν. Αυτό μόνο εμείς, οι σημερινοί, το γνωρίζουμε. Αυτά τα μεγαλειώδη θηρία δεν ήξεραν πως είναι θηρία, και εξαφανίστηκαν. Εμείς δεν γνωρίζουμε γιατί εξαφανίστηκαν. Έτσι κι εμείς. Δεν είμαστε τεράστιοι οργανισμοί εμείς, όμως γίναμε οι κάτοχοι του πλανήτη. Και θα εξαφανιστούμε. Και η φύση δεν θα πάρει είδηση την απουσία μας. Όπως δεν έχει πάρει είδηση την παρουσία μας, την ύπαρξή μας. Θα εξαφανιστούμε. Δεν είναι και για πένθος. Μακάρι να το αποδεχτούμε, υποδεχτούμε αγκαλιασμένοι εμείς οι δύο, στο κρεβάτι σου, μας.»

«...Ο Ερμής κοίταζε ψηλά. Και, Μερκούρη, λέει σιγά, δίχως να γυρίσει να κοιτάξει, μήπως ξέρεις εσύ... τι είναι Αλδεβαράν;
-Αλδεβαράν! Δεν ξέρεις τον Αδεβαράν εσύ! Τι σκατά φαροφύλακας μού είσαι!
-Τι είναι Αλδεβαράν;
-Έλα από δώ. Από την από δώ μεριά. Ψηλά κοίτα.
-Πού ψηλά;
-Άστρο είναι, στο ημισφαίριό μας - δεξιά κοίτα, εκεί. Βλέπεις τα εφτά μαζεμένα αστέρια, εκείνα... τα στριμωχτά; Τα λέγαν Πλειάδες οι Αρχαίοι, κόρες του Άτλαντα, ο Δίας τις μεταμόρφωσε σε άστρα. Αυτές είναι η Πούλια, έτσι τη λένε τώρα - τις βλέπεις;
-Αυτές εκεί - ναι.
-Παρακάτω, ευθεία γραμμή - μην κοιτάς λοξά μωρέ, πάρα κάτω σού λένε. Άλλο συγκρότημα, αυτό οι Αρχαίοι τό 'λεγαν Υάδες. Τώρα: στην άκρη - άκρη τους, το πλέον φωτεινό αστέρι - διακρίνεις;
-Ναι.
-Αυτός είναι ο Αλδεβαράν - χαιρέτα τον. Απόσταση; Από τη Γή, εξήντα πέντε έτη φωτός, είναι ο μεγαλύτερος στον αστερισμό του Ταύρου, τώρα τον ξεχωρίζεις, έτσι; Γνωριστήκατε.
-Τώρα, ναι. Ο Αλδεβαράν.
-Λαμπαδίας. Έτσι λεγόταν παλιά. Και οι Άραβες τον εβάφτισαν Αλδεβαράν...»

Εκδόσεις Καστανιώτη 2007

Friday, February 7, 2014

Hotel Chelsea - Γιώργος Γλυκοφρύδης

«...Ο ήλιος απέναντι είχε κατεβεί, φαινόταν ήδη ο μισός. Και η πορτοκαλιά και κόκκινη γραμμή του έφτανε μέχρι εκείνους. Μετά αντιφέγγιζε στα ποτήρια και συνέχιζε μέχρι πίσω σ' ένα κτίριο, να βάψει τα μπαλκόνια, να εισχωρήσει μέχρι μέσα στα σπίτια με παράθυρα χωρίς κουρτίνες, για να σταματήσει σε κανέναν άδειο τοίχο. Εκεί, να εξαφανίσει το μπετόν. Ν' αφήσει μόνο την Κρήτη. Πανέμορφη, χιλιετίες τώρα.»

«...Περνούσαν υπέροχα μαζί. Αλλά ο έρωτας μαζί του, κι αυτό ανάγκη; Ανάγκη ποιανού; Δική της; Ή της τέχνης; Μα αφού αυτά τα δύο ήταν το ίδιο, τι τον ένοιαζε; Άλλωστε, σε αυτό ταυτίζονταν. Κυριολεκτικά. Η τέχνη στην πράξη της δεν αναλύει τίποτε. Απλώς κάνει έρωτα. Αργότερα, όταν η προσωπικότητα έρθει στην επιφάνεια, μετά τις γεύσεις και τις μυρωδιές των σωμάτων, αρχίζει τις λέξεις. Όπου και συχνά τα σκοτώνει όλα. Αυτή τη δολοφονία η Σάρα την απέφευγε αριστοτεχνικά, εκπληκτικά ώριμα. Εκείνος, αντίθετα, έβγαζε όλα του τα όπλα. Μακελεύοντας αδιαλείπτως...»

«...Μια πόρτα άνοιξε απότομα κι ένα παιδάκι βγήκε. Ένα χαμόγελο από μόνο του. Καβάλησε ένα τρίκυκλο ποδήλατο που το έσερνε από το τιμόνι και πήγε προς το βάθος του διαδρόμου. Έστριψε γρήγορα. Οι ρόδες ακούγονταν στο δάπεδο. Πέρασε από μπροστά της. Ω, Θεέ μου, έχει φαντάσματα εδώ μέσα...»

«...Το Chelsea Hotel, υπέροχο, πορφυρό, αριστοκράτης μέντορας με απαλό βήχα από τα πούρα και το κόκκινο κρασί, κουρασμένο rock 'n' roll αστέρι αλλά χαμογελαστό εφόσον τα ξέρει όλα, ξανθιά τραγουδίστρια με πρασινογάλαζα μάτια ή και ηθοποιός με αστραφτερά μπλε, ναρκομανής χοντρός ζωγράφος, συγγραφέας όπως και να έχει, και ποιητής, ποιητής πάνω απ' όλα, μ' ένα παρελθόν "Ιστορία της Τέχνης" από μόνο του, ή και άλλα, η και τα πάντα, έστεκε εκεί, στη Δυτική 23η, στο νούμερο 222, στο Μανχάταν, στη Νέα Υόρκη, κτίσμα ορόσημο μιας ούτως ή άλλως υπερπόλης, να ορίζει, το γιατί της Τέχνης, και όχι μόνο.»

Εκδόσεις: Ψυχογιός 2012

Thursday, November 7, 2013

Ο θείος Πλάτων - Άλκη Ζέη

"Ένθαδε κείται, κάτω από το χιόνι
ένα γαϊδουράκι που παγώνει
τό 'στειλε ο θείος Πλάτων από την Ελλάδα
και ψόφησε χωρίς να δει ξανά λιακάδα.

Όχι, δεν θέλω να χαθώ έτσι άδοξα, χωρίς νά 'χω κάνει τίποτα στη ζωή μου. Πρέπει να σωθώ. Δεν υπάρχει πιο φριχτό πράγμα στον κόσμο από το να είσαι ένα γαϊδουράκι από την Ελλάδα, κοκκαλωμένο κάτω από το χιόνι και να μην μπορείς να κάνεις τίποτα. Μα τίποτα. Φταίει ο εμφύλιος πόλεμος κι έχει δίκιο ο Ντιν - νταν - ντον να λέει, πως είναι ο πιο κακός από όλους τους πολέμους. Γιατί, όπως λένε η μαμά κι ο μπαμπάς, αυτοί που κερδίζουνε δεν αφήνουν αυτούς που χάσανε να γυρίσουν στα σπίτια τους κι ας πέρασαν τόσα χρόνια από τότε. Κι ας είναι από το ίδιο χωριό κι από τον ίδιο δρόμο, όπως λέει κι ο Ντιν - νταν - ντον. Αν δεν είχε γίνει αυτός ο πόλεμος, θα ήμασταν τώρα όλοι στην Ελλάδα κι ο θείος Πλάτων δε θά 'χε καμιά ανάγκη να με κάνει πακέτο και να με στέλνει στα ξένα. Εγώ θα έβοσκα ωραία - ωραία σ' ένα λιβάδι παρέα με την πάπια Κατερίνα, η μαμά δε θα παιδευότανε να μάθει τέτοια μπερδεμένη γλώσσα, ο μπαμπάς θα μπορούσε και στην Ελλάδα να "γυρίζει", τα παιδιά θα μπορούσανε κι εκεί να αναπτύξουν τη φαντασία τους και σκασίλα μου αν δεν είχαμε Μπάμπουσκες και κόμπους και χιονονιφάδες και έλκηθρα. Τι τους έπιασε να τον κάνουνε αυτόν τον εμφύλιο, και τι μ' έπιασε και μένα και φλυαρώ, την ώρα που χάνομαι; Βοήθεια... ΒΟΗΘΕΙΑ... θα με σκεπάσει ολόκληρο το χιόνι. Βοήθεια... χάνομ..."

Εκδόσεις: Κέδρος 1982

Friday, March 23, 2012

Το Δαιμόνιο - Γιώργος Θεοτοκάς

«...Το αυτοκίνητο σταμάτησε στο χωριουδάκι. Ο Ρωμύλος έτρεξε προς ένα σπίτι και χτύπησε δυνατά την πόρτα. Ήταν το σπίτι του φύλακα του Κάστρου που ήταν γνωστός του. Ο Ρωμύλος μπήκε μέσα, συζήτησε λίγη ώρα και γύρισε κουβαλώντας ένα πελώριο κλειδί.
"Πάμε!" πρόσταξε.
Ανεβήκαμε τον ανήφορο και περάσαμε την πέτρινη γέφυρα της τάφρου. Ο Ρωμύλος στάθηκε εμπρός στη σκουριασμένη πόρτα του Κάστρου και τη χτύπησε τρεις φορές με το κλειδί.
"Ανοίξτε!" φώναξε. "Ανοίξτε να περάσει ο θίασος του δουκός"!
Έχωσε το κλειδί στην κλειδαριά κι άνοιξε με κόπο. Οι στρόφιγγες της πόρτας έτριξαν βαριά. Προχωρήσαμε, μέσα στο σκοτάδι, σ' ένα σκεπαστό κι ανηφορικό διάδρομο. Ο Ρωμύλος έτρεξε μπροστά.
"Ευγενικοί άρχοντες και γλυκιές αρχόντισσες!" φώναξε με στόμφο. "Γενναίοι ιππότες και βιγλάτορες! Ήρθε ο θίασος του παινεμένου του δουκός μας να παίξει για το χατίρι σας και να σας διασκεδάσει. Ελάτε όλοι να μας θαυμάσετε και να γελάσετε και να θρηνήσετε, γιατί τα έργα μας είναι σαν τη ζωή, γεμάτα πάθη και τραγικότητα και χαρά και χάχανα και χίλιες δυο κοροϊδίες. Ελάτε να δείτε το μεγάλο έρωτα του ωραίου Ρωμύλου και της υπέροχης Ιουλιέτας και τα τρελά καμώματα του Πακ στο δάσος της Αθήνας κι όλα τα όνειρα της καλοκαιρινής νυχτιάς! Ελάτε να απολαύσετε! Ελάτε να διδαχτείτε! Ελάτε να συγκινηθείτε και να εξυψωθείτε!"
Άκουσα μια νυχτερίδα που βροντούσε τα φτερά της στις κάμαρες. Στην άκρη του διαδρόμου, η νύχτα έλαμπε πάλλευκη και μυστηριακή...»

«...Περάσαμε το σκοτεινό διάδρομο και βγήκαμε στην εσωτερική πλατεία του Κάστρου, όπου βρίσκεται το σπίτι του δουκός, ολόρθο, ανάμεσα στα χαλάσματα. Αριστερά μας ήταν ο γκρεμνός. Κάτω απλωνότανε ο κάμπος, σπαρμένος μικροσκοπικά χωριά, βουβός και θαμπός στο σεληνόφως. Πιο πέρα, ολόγυρα, ήταν η θάλασσα, αστραφτερή.
Η πανσέληνος αρμένιζε ελεύθερα στον κατακάθαρο ουρανό και πρόσδιδε στο καθετί που άγγιζε με το γαλατένιο φως της ένα ύφος ανάλαφρο, φευγαλέο και εξωτικό. Προς το κέντρο του Κάστρου, οι ίσκιοι των νέων δέντρων σχημάτιζαν ένα πυκνό άλσος, σκοτεινό, αιθέριο, γεμάτο δροσιά και μυστικούς ψιθυρισμούς. Μας καλούσαν, αλλά και μας φόβιζαν λιγάκι. Έτσι καθώς σπαρταρούσαν και καθώς θρόιζαν ανάμεσα στους παλαιικούς και γκρεμισμένους τοίχους, ήταν σαν μια οπτασία, σαν καμιά συντροφιά νεανικά και καλόβολα φαντάσματα που βγήκανε να πάρουν τον αέρα τους στα σύνορα της χώρας των νεκρών. Ψηλότερα από τα δέντρα, οι επάλξεις διαγράφανε μια μαύρη ξεσκισμένη δαντέλα που ξεχώριζε σκληρά απάνω στο αργυρό στερέωμα.
Η Ιφιγένεια έδειξε τα δέντρα στον Μάρτιν.
"Τι δάσος μπορεί να είναι αυτό;" ρώτησε.
"Είναι το δάσος του Midsummer night's dream ή του As You Like It

Ειδική έκδοση για την εφημερίδα "Tο Βήμα" 2012
Σειρά: Κορυφαίοι Έλληνες Πεζογράφοι του 20ου αιώνα
Επιμέλεια σειράς: Ελένη Κεχαγιόγλου