Showing posts with label Edgar Allan Poe. Show all posts
Showing posts with label Edgar Allan Poe. Show all posts

Thursday, October 15, 2015

Ανθολογία - Άνθρωποι και Γάτες - Ρ.Κίπλινγκ / Ε.Σκάζα-Βάις / Γκυ ντε Μωπασάν / Ε.Α. Πόε / Ε.Ζολά / Σ. Λέοπολντ / Κολέτ / Ε.Χέμινγουεϊ / Τ. Τζόυς / Σ. Μπωντλαίρ

«...Υπάρχει κάτι στην αλτρουιστική και γεμάτη αυτοθυσία αγάπη του άλογου πλάσματος που αγγίζει την καρδιά κάποιου που είχε συχνά την ευκαιρία να δοκιμάσει την αχρεία φιλία και την επιφανειακή πίστη του ανθρώπου...»
Ο Μαύρος Γάτος - Έντγκαρ Άλαν Πόε

«...Κι όμως, μέσα σ' όλην αυτή την καλοπέραση, μόνο μιαν ευχή, έναν πόθο είχα μες στην καρδιά μου: να δραπετεύσω απ' το ανοιχτό παράθυρο, πάνω στις στέγες...»
Ο Παράδεισος των Γάτων - Εμίλ Ζολά

«Ο κύριός μου μ' έπαιρνε πολύ τακτικά μαζί του στη βιβλιοθήκη του δούκα, όπου απέτρεψα με προσωπική μου παρέμβαση τη βρώση πολλών κακών και περιττών βιβλίων από βουλιμικούς βιβλιοπόντικες. Πρόσεξα δε ότι αυτά τα ενδιαφέροντα για τη λογοτεχνία ζώα έλκονταν ιδιαιτέρως απ' την παραλογοτεχνία, επιδεικνύοντας το ίδιο κακό γούστο με πολλούς αναγνώστες. Σ' αυτούς τους τελευταίους παρείχα - άθελά μου - πολύτιμες υπηρεσίες με τη δραστηριότητά μου στη βιβλιοθήκη...»
Η Γάτα του Γκαίτε - Σβεντ Λέοπολντ

  «Οι Κινέζοι διαβάζουν την ώρα μέσα στα μάτια των γάτων.
  Μια μέρα, ένας μισθοφόρος που έκανε τη βόλτα του στα περίχωρα του Νάνκινγκ, διαπίστωσε ότι είχε ξεχάσει το ρολόι του και ρώτησε ένα αγόρι τι ώρα ήταν. Ο αλητάκος της Ουράνιας Αυτοκρατορίας δίστασε αρχικά, κατόπιν, όμως, θυμήθηκε κάτι, και απάντησε στον μισθοφόρο: "Θα σας πω αμέσως".
  Λίγες στιγμές αργότερα, εμφανίστηκε κρατώντας στα χέρια του μια μεγάλη, χοντρή γάτα και, κοιτώντας το ασπράδι των ματιών της, διαβεβαίωσε τον άνθρωπο χωρίς δισταγμό: "Είναι λίγο πριν από το μεσημέρι, κύριε". Πράγμα απολύτως σωστό.
  Αλλά κι εγώ, όταν γέρνω πάνω στην ωραία Φελίν, που τόσο εύστοχα της δώσαν αυτό το όνομα, στη Φελίν που τιμά το φύλο της και που είναι για μένα η περηφάνια της καρδιάς μου κι η ευωδία της ψυχής μου, τότε βλέπω, είτε είναι νύχτα, είτε μέρα, στο πιο λαμπρό φως ή στην πυκνότερη σκιά, βλέπω πεντακάθαρα στο βάθος των αξιολατρευτων ματιών της τον χρόνο, τον ίδιο πάντα: έναν χρόνο μακρινό, γιορταστικό, μεγάλο σαν το κενό, χωρίς διαίρεση σε λεπτά και δευτερόλεπτα - έναν ακίνητο χρόνο, που δεν έχει ώρα κι όμως είναι ανάλαφρος σαν στεναγμός και φευγαλέος σαν ένα βλέμμα.
  Και αν κάποιος ενοχλητικός άνθρωπος ερχόταν να με ταράξει την ώρα που το βλέμμα μου είναι προσηλωμένο στο χαριτωμένο αυτό ρολόι, αν κάποια ανυπόμονη ψυχή με ρωτούσε: "Μα, τι ψάχνεις μες στα μάτια αυτού του πλάσματος; Μήπως τον χρόνο, σπάταλε και αργόσχολε θνητέ;", θα του απαντούσα χωρίς δισταγμό: "Ναι, τον χρόνο! Την αιωνιότητα!"...»
Η ώρα - Σαρλ Μπωντλαίρ
 
Μετάφραση: Γιούλη Τσίρου
Εκδόσεις: Το Ποντίκι, 2006

Thursday, December 10, 2009

Η Πτώση του Οίκου των Άσερ - Edgar Allan Poe


«...Μια από τις φαντασμαγορικές εικόνες που είχε συλλάβει ο φίλος μου, όχι τόσο αυστηρά αφηρημένης, μπορεί να σκιαγραφηθεί, αν και κάπως ισχνά με λόγια. Μια μικρή εικόνα παρουσίαζε το εσωτερικό μιας ατέλειωτης στενόμακρης θολωτής στοάς, με τοίχους χαμηλούς, λείους, λευκούς και χωρίς καμιά διακοπή ή άλλο στολίδι.
Μερικά συμπληρωματικά σημεία του σχεδίου έδειχναν με κάποιο τρόπο, πως αυτό το υπόγειο βρισκόταν σε ένα βάθος υπερβολικό κάτω από την επιφάνεια της γης. Κανένα άνοιγμα δεν έκοβε σε κανένα σημείο την απέραντη έκτασή του, και κανένας πυρσός ή οποιοδήποτε άλλο φως δεν φαινόταν πουθενά· ένα κύμα, ωστόσο, από εκθαμβωτικές ακτίνες κυλούσε από άκρη σε άκρη του, και το έλουζε ολόκληρο με μια φασματική, απίθανη λάμψη...»
«…μια βραδιά, αφού με πληροφόρησε ξαφνικά πως η λαίδη Μαντελάιν δεν υπήρχε πια, μου δήλωσε πως σκόπευε να κρατήσει το σώμα της για δεκαπέντε μέρες, προτού τελικά το θάψει, σε μια από τις πολλές θολωτές κρύπτες που υπήρχαν στους χοντρούς τοίχους του σπιτιού...»
«…Ο αδελφός είχε οδηγηθεί σε αυτή την απόφαση – έτσι τουλάχιστον μου είπε – εξαιτίας της ειδικής μορφής της αρρώστιας της νεκρής, ορισμένων ενοχλητικών μα απαραίτητων εξετάσεων που έπρεπε να κάνει ο γιατρός της και επειδή ο οικογενειακός τους τάφος βρισκόταν μακριά σε μέρος πολύ εκτεθειμένο…»
«…Μονάχοι εμείς οι δυο, μεταφέραμε το φέρετρο με το σώμα της λαίδης Μαντελάιν στον τόπο όπου επρόκειτο να αναπαυθεί...»
«…Αν το ακούω;  Ναι, το ακούω, το έχω ακούσει. Για πολύ πολύ πολύ. Πολλά λεπτά, πολλές ώρες, πολλές μέρες, το έχω ακούσει, μα δεν τόλμησα - ω, λυπήσου με, λυπήσου το άθλιο ναυάγιο που είμαι! – δεν τόλμησα, δεν τόλμησα να μιλήσω! Τη βάλαμε ζωντανή στον τάφο! Δεν σου είπα πως οι αισθήσεις μου είναι οξύτατες; Τώρα σου λέω πως άκουσα τις πρώτες αδύναμες κινήσεις της μέσα στο φέρετρο. Τις άκουσα πολλές, πολλές μέρες πριν, μα δεν τόλμησα, δεν τόλμησα να μιλήσω και τώρα, απόψε, ο Έθελρεντ – χα, χα! – πες καλύτερα το σπάσιμο της κάσας της, το τρίξιμο των σιδερένιων στροφάλων της φυλακής της και το πάλεμα με το χαλκοντυμένο τόξο του θόλου! Ω! Πού θα πετάξω; Δεν θα φτάσει εδώ από στιγμή σε στιγμή; Δεν άκουσα τα βήματά της στη σκάλα; Δεν ξεχωρίζω το βαρύ, φρικτό κτύπο της καρδιάς της; Τρελέ! – εδώ τινάχτηκε όρθιος με μανία και φώναξε λες και μαζί με τα λόγια που ξεστόμισε έβγαινε και η ψυχή του. Τρελέ! Σου λέω πως τώρα στέκει εκεί έξω από την πόρτα!»
Μετάφραση: Στέλλα Βουρδούμπα
Εκδόσεις: Ελευθεροτυπία 2006