Saturday, March 10, 2012

M is for Magic, by Neil Gaiman


From: "October in the Chair"
"...They squeezed through a huge iron gateway, rusted part open, part closed, and the were in the little meadow at the bottom of the slope.
'This place is cool,' said the Runt.
There were dozens of stones of all sizes in the small meadow. Tall stones, bigger than either of the boys, and small ones, just the right size for sitting on. There were some broken stones. The Runt knew what sort of place this was, but it did not scare him. It was a loved place..."

"...'How did you die?' asked the Runt.
'I got sick,' said Dearly. 'My maw cried and carried on something fierce. Then I died.'
'If I stayed here with you,' said the Runt, 'would I have to be dead, too?'
'Maybe,' said Dearly. 'Well, yeah. I guess.'
'What's it like? Being dead?'
'I don't mind it,' admitted Dearly. 'Worst thing is not having anyone to play with.'
'But there must be lots of people up in that meadow,' said the Runt. 'Don't they ever play with you?'
'Nope,' said Dearly. Mostly, they sleep. And even when they walk, they can't be bothered to just go and see stuff and do things. They can't be bothered with me. You see that tree?'
It was a beech tree, its smooth gray bark cracked with age. It sat in what once must have been the town square, ninety years before.
'Yeah,' said the Runt.
'You want to climb it?'
'It looks kind of high.'
'It is. Real high. But it's easy to climb. I'll show you.'
It was easy to climb. There were handholds in the bark, and the boys went up the big beech like a couple of monkeys or pirates or warriors. From the top of the tree one could see the whole world. The sky was starting to lighten, just a hair, in the east.
Everything waited. The night was ending. The world was holding its breath, preparing to begin again.
'This was the best day I ever had,' said the Runt.
'Me, too," said Dearly..."

I N S T R U C T I O N S

"Touch the wooden gate in the wall you never saw before,
Say 'please' before you open the latch,
go through,
walk down the path.
A red metal imp hangs from the green painted front door,
as a knocker,
do not touch it; it will bite your fingers.
Walk through the house. Take nothing. Eat nothing.
However,
if any creature tells you that it hungers,
feed it.
If it tells you that it is dirty,
clean it.
If it cries to you that it hurts,
if you can,
ease its pain.
From the back garden you will be able to see the wild wood.
The deep well you walk past leads down to Winter's realm;
there is another land at the bottom of it.
If you turn around here,
you can walk back, safely;
you will lose no face. I will think no less of you.

Once through the garden you will be in the wood.
The trees are old. Eyes peer from the undergrowth.
Beneath the twisted oak sits an old woman.
She may ask for something;
give it to her.
She will point the way to the castle.
Inside it are three princesses.
Do not trust the youngest. Walk on.
In the clearing beyond the castle
the twelve months sit about a fire,
warming their feet, exchanging tales.
They may do favors for you, if you are polite.
You may pick strawberries in December's frost.
Trust the wolves, but do not tell them 
where you are going.
The river can be crossed by the ferry. 
The ferryman will take you
(The answer to his question is this:
If he hands the oar to his passenger, 
he will be free to leave the boat.
Only tell him this from a safe distance.)

If an eagle gives you a feather, keep it safe.
Remember: that giants sleep too soundly;
that witches are often betrayed by their appetites;
dragons have one soft spot, somewhere, always;
hearts can be well hidden,
and you betray them with your tongue.
Do not be jealous of your sister:
know that diamonds and roses
are as uncomfortable when they tumble 
from ones lips as toads and frogs:
colder, too, and sharper, and they cut.

Remember your name.
Do not lose hope - what you seek will be found.
Trust ghosts. Trust those that you have
helped to help you in their turn.
Trust dreams.
Trust your heart, and trust your story.

When you come back, return the way you came.
Favors will be returned, debts be repaid.
Do not forget your manners.
Do not look back.
Ride the wise eagle (you shall not fall)
Ride the silver fish (you will not drown)
Ride the gray wolf (hold tightly to his fur)

There is a worm at the heart of the tower;
that is why it will not stand.

When you reach the little house, 
the place your journey started,
you will recognize it,
although it will seem
much smaller than you remember.
Walk up the path, and through the garden gate
you never say before but once.
And then go home. Or make a home.

Or rest."

Wednesday, October 5, 2011

Ο Ιδιωτικός Βίος του Μάξουελ Σιμ - Τζόναθαν Κόου

«...Με την Έμα όμως ήταν αλλιώς. Εκείνη δεν έλεγε τίποτα στην αρχή. Η μόνη ένδειξη πως είχε αντιληφθεί την απόφασή μου ήταν ένα μήνυμα στην οθόνη, που έλεγε "Υπολογισμός διαδρομής". Μετά από μερικά δευτερόλεπτα, η φωνή ξανακούστηκε. Ο τόνος της δεν είχε αλλάξει καθόλου. Παρέμενε ήρεμος, μετρημένος. Απόλυτα απτόητος από τη μικρή μου ανταρσία. "Προχωρήστε περίπου τρεισήμισι χιλιόμετρα στον ίδιο δρόμο", είπε. Αυτό ήταν. Ούτε διαφωνίες ούτε σαρκασμοί ούτε ερωτήσεις. Αποδεχόταν την εξουσία μου και ανταποκρινόταν αναλόγως. Θεέ μου - πόσο εύκολη θα ήταν η ζωή μου αν συμπεριφερόταν κι η Κάρολαϊν λίγο πιο συχνά έτσι! Είχα ήδη αρχίσει να σκέφτομαι πως στην Έμα είχα βρει σχεδόν την τέλεια σύντροφο. Πάτησα το κουμπί "Χάρτης" μόνο και μόνο για να την ακούσω να το λέει ξανά. 
- Προχωρήστε περίπου τρεισήμισι χιλιόμετρα στον ίδιο δρόμο.
Τι ωραίο. Μου άρεσε τόσο πολύ η παύση που έκανε μετά τη λέξη "χιλιόμετρα". Το πρόφερε σαν να ήταν στίχος από ποίημα...»

«...Το βλέμα της έπεσε για μια στιγμή στο γαλάζιο ντοσιέ που είχα στα πόδια μου. "Το βρήκες, λοιπόν, αυτό που έψαχνες;"
"Το βρήκα. Νομίζω πως είναι κάτι ποιήματα του πατέρα μου και τέτοια. Προφανώς έχει χάσει το άλλο αντίγραφο, και τώρα αυτό εδώ είναι το μοναδικό που υπάρχει". Το ξεφύλλισα στα γρήγορα και είδα ότι ήταν χωρισμένο σε δύο τμήματα: το ένα γραμμένο σε στίχους και το άλλο σε πεζό λόγο. "Δεν ξέρω γιατί είναι τόσο σημαντικό. Αλλά μάλλον θα πρέπει να το φυλάξω. Περίεργος τίτλος", πρόσθεσα κοιτώντας την πρώτη σελίδα. "Δύο ντουέτα".
"Χμμ, κατάλαβα", είπε η μις Έριθ. "Το μισό του Έλιοτ".
"Το μισό του Έλιοτ;"
"Του Τ. Σ. Έλιοτ. Τον έχεις ακουστά, έτσι δεν είναι;"
"Και βέβαια τον έχω ακουστά", είπα με τόνο αμυντικό. Και πρόσθεσα, για να μην αφήσω καμιά αμφιβολία πως είχα το σωστό πρόσωπο κατά νου: "Αυτός που έγραψε τους στίχους για τις Γάτες, έτσι;"
"Το πιο διάσημο ποίημά του είναι τα Τέσσερα κουαρτέτα", είπε η μις Έριθ. "Δεν τα έχεις διαβάσει;"
Κούνησα το κεφάλι. "Τι λένε;"...»
«...Άλλο ένα μοναχικό γεύμα, άλλος ένας σταθμός εξυπηρέτησης σε αυτοκινητόδρομο, άλλο ένα πανίνο. Αυτή τη φορά, μανιτάρια, προσούτο και πράσινη σαλάτα.
Σταθμός εξυπηρέτησης Άμπινγκτον. Ένα Ευχάριστο Διάλειμμα. Τι να κάνω - μ' αρέσουν αυτά τα μέρη. Εκεί νιώθω σαν στο σπίτι μου. Μου άρεσαν οι καρέκλες από σκούρο ξύλο και τα τραπέζια από ξανθό ξύλο, αυτό το στυλ Habitat, που θυμίζει πολύ δεκαετία του '90. Μου άρεσαν οι δύο μεγάλες γιούκες ανάμεσα στα τραπέζια. Μου άρεσε ο εξωτερικός χώρος με τα τραπέζια, οι κλειστές ομπρέλες του ήλιου που ανέμιζαν στο υγρό αεράκι της μέρας. Μου άρεσε που εδώ, στη μέση μιας τόσο εντυπωσιακής υπαίθρου, κάποιος σχεδίασε και κατασκεύασε αυτή τη μικρή όαση αστικής κοινοτοπίας. Μου άρεσε η ευχαρίστηση και η προσδοκία στα πρόσωπα των ανθρώπων την ώρα που έπαιρναν τους δίσκους με την πίτσα και το ψάρι με τις τηγανητές πατάτες από τον πάγκο του "Κόφι Πρίμο", με τη βεβαιότητα πως επρόκειτο να απολαύσουν ένα σπουδαίο φαγοπότι. Τέτοια μέρη μ' αρέσουν. Σε τέτοια μέρη νιώθω άνετα...»

Μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις: Πόλις

Tuesday, June 21, 2011

Για Μια Χούφτα Βινύλια - Χίλντα Παπαδημητρίου

«...Με φωνάζουνε Νεκροθάφτη. Ξέρεις γιατί; Γιατί έχω επινοήσει ένα δικό μου σύστημα αρχειοθέτησης των δίσκων. Ανάλογα με το πόσα νεκρά μέλη έχει το κάθε συγκρότημα. Σε άλλο ράφι βάζω τα συγκροτήματα με έναν πεθαμένο μουσικό, σε άλλο ράφι με δύο, σε άλλο με τρία. Αλλά έχω ένα πρόβλημα. Όλο πεθαίνουν κι άλλα μέλη των συγκροτημάτων, και αναγκάζομαι να τους αλλάζω θέση...»

«...Βλέποντας ότι το ασανσέρ βρισκόταν στους πάνω ορόφους, ο Χάρης άρχισε να ανεβαίνει τρέχοντας τα σκαλοπάτια. Τον ακολουθούσε η Σόνια, η οποία σταματούσε κάθε τόσο για να πάρει ανάσα, σαν να είχε αποκάμει τελείως. Καλά εγώ, σκέφτηκε ο Χάρης λαχανιασμένος, είμαι πάνω από 105 κιλά και αγύμναστος. Αυτή, που ασχολείται με τη γιόγκα και σκαρφαλώνει συνέχεια στα κατσάβραχα, πώς κάνει έτσι;...»

«...Φτάνοντας στον τρίτο, είδε την πόρτα του μικρού τριαριού να χάσκει ορθάνοιχτη όπως πάντα. Όρμησε μέσα, ενώ το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς, συνδυάζοντας γεγονότα. Μόνο να τον προλάβω. Δεν δείχνει για τύπος που αυτοκτονεί, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Α, ρε Φώντα, γαμώτο.
Έτρεξε από δωμάτιο σε δωμάτιο, και στη μικρή κρεβατοκάμαρα είδε την μπαλκονόπορτα ανοιχτή. Πετάχτηκε στο μπαλκόνι. Ήταν άδειο. Κοίταξε τον δρόμο από κάτω με τρόμο. Τίποτα. Απορημένος ξαναμπήκε στο διαμέρισμα και βρέθηκε φάτσα με φάτσα με τη Σόνια.
"Πού είναι;" τον ρώτησε με αγωνία. "Τον βλέπεις; Μήπως πήδηξε στο διπλανό μπαλκόνι;"
"Τι λες, ρε Σόνια; Πώς γίνεται να πηδήξει ο Φώντας στο διπλανό μπαλκόνι; Γάτος είναι;"
"Ποιος Φώντας;" έβαλε εκείνη τα γέλια. "Για τον Άχαμπ σού μιλάω τόση ώρα. Τον είχα βγάλει από το καλαθάκι του, κι αυτός πήγε στο μπαλκόνι...»

«...Τι ωραία θα ήταν να είχε έναν κολλητό, όπως ο Τζον είχε τον Πολ, και οι δυο μαζί τον Τζορτζ και τον Ρίνγκο. Να είχε έναν φίλο να του διηγηθεί τη φιλία του με τη Μαρίτα και να τον ρωτήσει τη γνώμη του, τι έπρεπε να κάνει...»

Εκδόσεις: Μεταίχμιο 2011

Tuesday, March 29, 2011

Η Τζούλιετ Γυμνή - Nick Hornby

«...Ο Ντάνκαν δεν είχε νιώσει ποτέ λαχτάρα για αλλαγή, όπως τα δυο διπλανά κομμάτια ενός παζλ δε νιώθουν ποτέ λαχτάρα να αλλάξουν θέση - απ' όσο μπορούμε να ξέρουμε, τουλάχιστον. Αν τώρα, έτσι για να κάνουμε κουβέντα, φανταζόμασταν ότι τα κομμάτια του παζλ έχουν σκέψεις και συναισθήματα, τότε ίσως τα ακούγαμε να μονολογούν, "Εγώ θα μείνω εδώ. Πού να τρέχω τώρα;" Κι αν ένα άλλο κομματάκι ερχόταν και κουνούσε τις ακρούλες του προκλητικά, προσπαθώντας να δελεάσει το ένα κομματάκι, εκείνο δε θα δυσκολευόταν να αντισταθεί στον πειρασμό. "Κοίτα", θα έλεγε το κομματάκι που ήταν αντικείμενο του πόθου, "εσύ είσαι ένα κομματάκι από τηλεφωνικό θάλαμο, κι εγώ είμαι ένα κομματάκι από το πρόσωπο της Μαρίας, της βασίλισσας της Σκοτίας. Δε θα κολλάγαμε". Και το πράγμα θα τέλειωνε εκεί.
Τώρα όμως ο Ντάνκαν είχε αρχίσει να αναρωτιέται αν η παρομοίωση με το παζλ ταίριαζε στις σχέσεις ανδρών και γυναικών, τελικά. Δε λάμβανε υπόψη της την αναθεματισμένη ξεροκεφαλιά των ανθρωπίνων όντων, την αποφασιστικότητά τους να κολλήσουν στον άλλον ακόμα κι όταν δεν ταιριάζουν. Δεν τους πειράζει να πιεστούν για να ταιριάξουν τις παράταιρες γωνίες τους, ούτε δίνουν δεκάρα για τη διαφορά των τηλεφωνικών θαλάμων και τη Μαρία, τη βασίλισσα της Σκοτίας. Δεν τους προκαλεί ενδιαφέρον το ιδανικό και λογικό ταίριασμα, αλλά τα μάτια, το στόμα, το χαμόγελο, το μυαλό, το στήθος, το στέρνο και τα οπίσθια του άλλου, η εξυπνάδα, η καλοσύνη, η χάρη, ο ρομαντισμός, κι ένα σωρό άλλα πράγματα που δεν έχουν καμία σχέση με το φτιάξιμο ενός σωστού παζλ...»

«...Η Άννι όμως κοιτούσε πάντοτε μια γυναίκα προς τα δεξιά, γονατισμένη στο χώμα, η οποία έφτιαχνε το καμπαναριό μιας εκκλησίας. Φορούσε κάτι που έμοιαζε με κανονικό μακρύ παλτό κι ένα κινέζικο καπέλο, που την έκανε να μοιάζει κακομοίρα, σαν φτωχή γριά αγρότισσα από τον πόλεμο του Βιετνάμ. Κάθε φορά που η Άννι κοιτούσε τη φωτογραφία, σκεφτόταν. Είσαι νεκρή πια. Θα ήθελες να μην είχες σπαταλήσει το χρόνο σου φτιάχνοντας κάστρα στην άμμο; Θα ήθελες να έχεις πει, Να πάνε να γαμηθούνε όλοι, και να είχες βγάλει το παλτό σου για να λιαστείς; Βρισκόμαστε σ' αυτόν τον κόσμο για πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Γιατί να σπαταλήσουμε ένα μέρος του χτίζοντας πύργους στην άμμο;»

«...Ο Ντίκενς είναι ο κατεξοχήν τύπος που, κοιτάζοντας τη ζωή του, μπορείς να πεις με σιγουριά: να ένας άνθρωπος που δε σπατάλησε ούτε λεπτό. Συμβαίνει συχνά αυτό, έτσι δεν είναι; Κάποιοι άνθρωποι να έλκονται από το αντίθετό τους;
Αλλά δε βρίσκεις πολλούς ανθρώπους σαν το Γερο-Ντίκενς. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν κάνουν δουλειές που αντέχουν στο χρόνο. Πουλάνε κρικάκια για κουρτίνες μπάνιου, σαν τον τύπο που παίζει ο Τζον Κάντυ σ' εκείνη την ταινία. (Τα κρικάκια, φυσικά, αντέχουν στο χρόνο. Αλλά δε νομίζω ότι οι άνθρωποι θα αναφέρονται σ' αυτά ως έργο ζωής μετά το θάνατό σου.) Άρα, δεν είναι τόσο αυτό που κάνεις. Δεν μπορεί να είναι αυτό, δε συμφωνείς; Πρέπει να έχει σχέση με το τι λογής άνθρωπος είσαι, αν αγαπάς τους άλλους, με το πώς φέρεσαι στον εαυτό σου και στους γύρω σου...»

Μετάφραση: Χίλντα Παπαδημητρίου
Εκδόσεις: Πατάκη

Monday, February 7, 2011

Το Κάστρο του Οτράντο - Horace Walpole

«...Σιωπή βασίλευε στα διαμερίσματα της Ιππολύτης. Αλλά ο μαρκήσιος δεν παραξενεύτηκε, γιατί νόμιζε ότι η πριγκίπισσα βρισκόταν στο προσευχητήριό της, όπως του είχε πει ο υπηρέτης. Προχώρησε. η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Το βράδυ σκοτεινό και συννεφιασμένο. Έσπρωξε μαλακά την πόρτα και τότε είδε κάποιον που ήταν γονατισμένος μπροστά στο βωμό. Πλησίασε αργά και τότε διαπίστωσε ότι δεν ήταν γυναίκα, αλλά κάποιος που φορούσε καλογερίστικο ράσο και του είχε γυρισμένη την πλάτη. Ο άνθρωπος έδειχνε να 'ναι βυθισμένος σε προσευχή. Ο μαρκήσιος ήταν έτοιμος να φύγει, όταν, ξαφνικά, η μορφή σηκώθηκε μένοντας για λίγο ακίνητη. Ο μαρκήσιος υπέθεσε ότι πρέπει να ήταν κάποιος ιερέας και θέλοντας να ζητήσει συγγνώμη για την ενόχληση, είπε: "Ζητώ συγγνώμη, ευσεβέστατε πατέρα, αλλά αναζητώ τη λαίδη Ιππολύτη". "Τη λαίδη Ιππολύτη;" είπε ο άγνωστος. "Γι' αυτό ήρθες στο κάστρο; Για τη λαίδη Ιππολύτη"; Και γύρισε αργά - αργά. Και τότε, ο Φρειδερίκος, με φρίκη, είδε να τον κοιτάζει μες απ' την κουκούλα του ράσου η νεκροκεφαλή ενός σκελετού. "Άγγελοι τ' ουρανού, βοηθήστε με", ψέλλισε κι οπισθοχώρησε. "Σου χρειάζεται η βοήθειά τους", απάντησε το φάντασμα. Ο Φρειδερίκος έπεσε στα γόνατα και ικέτεψε το φάντασμα να τον λυπηθεί. "Δε με θυμάσαι, λοιπόν, Φρειδερίκε;" ρώτησε το πνεύμα. "Δε θυμάσαι το δάσος της Ιόππης"; "Θεέ μου", φώναξε τρέμοντας ο Φρειδερίκος, "είσαι, είσαι ο ερημίτης. Καημένο πνεύμα, πες μου τι θέλεις να κάνω για να ξαναγαληνέψεις;" "Έτσι, λοιπόν", απάντησε το φάντασμα, "λευτερώθηκες απ' τη σκλαβιά των άπιστων για να υποδουλωθείς στις ηδονές της σάρκας, ε; Ξέχασες το θαμμένο ξίφος και το θέλημα τ' ουρανού, που είναι γραμμένο στη λεπίδα του;" "Όχι, όχι, ευλογημένο πνεύμα, δεν το ξέχασα", απάντησε ο Φρειδερίκος, "αλλά πες μου, τι άλλο απομένει να κάνω;" "Να ξεχάσεις τη Ματθίλδη", απάντησε το φάντασμα και χάθηκε...»
«...Το φεγγάρι μεσουρανούσε κι αυτός διάβασε στα λυπημένα πρόσωπα της συνοδείας εκείνο που φοβόταν. "Πέθανε;" ρώτησε με σπασμένη φωνή. Εκείνη τη στιγμή ένας κεραυνός τράνταξε συθέμελα το κάστρο. Η γης αναταράχτηκε. Ακούστηκε ο θόρυβος μιας υπερφυσικής πανοπλίας. Ο Φρειδερίκος κι ο Ιερώνυμος νόμισαν ότι είχε φτάσει η μέρα της Κρίσης, η Δευτέρα Παρουσία. Έτρεξαν έξω στην αυλή παίρνοντας μαζί τους και τον Θεόδωρο. Αλλά την ώρα που εμφανίστηκε αυτός, το τείχος πίσω από τον Μάνφρεντ γκρεμίστηκε σ' ερείπια. Τεράστια, γιγάντια, μες από τον κουρνιαχτό των χαλασμάτων, εμφανίστηκε η μορφή του Αλφόνσου. Με φωνή απόκοσμη είπε: "Αυτός, θνητοί, είναι ο αγαπημένος μου. Ο Θεόδωρος είναι ο πραγματικός κληρονόμος του Αλφόνσου". Μια εκκωφαντική βροντή συνόδεψε τα λόγια του φαντάσματος. Ύστερα, άρχισε να υψώνεται αργά στους ουρανούς. Τα σύννεφα άνοιξαν. Φάνηκε η φωτεινή μορφή του Αγίου Νικολάου, που υποδέχτηκε τη σκιά του Αλφόνσου. Αμέσως, μια υπερκόσμια λάμψη τύλιξε και τις δύο μορφές. Και την άλλη στιγμή χάθηκαν από τα μάτια των ανθρώπων...»

Μετάφραση: Μάκης Πανώριος - Παναγιώτης Σκάγιαννης
Εκδόσεις: Αίολος

Saturday, February 13, 2010

Danse Macabre - David Park Barnitz

I saw a line of corpses old,
Dead with diseases manifold,
Solemnly dancing'neath the moon.

Their perish'd limbs moved to the tune
Of some worm-orchestra unheard--
A sight enormously absurd.

First in the valse, with fishy eye
Tripped something dead of leprosy,
All silvery like a virgin's breast.

A buried glutton danced with zest,
All greenish and all dropsical,
Like a deform'd and vital ball.

The third was very beautiful,
Of charming small-pox sorelets full;
A small-pox ending, corpse, was thine.

There danced one in that naked line
Whose corpse was rotten with much love;
I wish the white worms joy thereof.

A suicidal corpse came next,
Who wish'd to illustrate the text:
--better to be chewed than to chew;

So he became a worm-ragout
And cholera-corpses weirdly black
Carrying their dead flesh like a sack,

Vals'd graceful beneath the sun.
Blue fever, and Consumption,
And hollow-pated lunacy.

Bowed, in that dance with courtesy
Cover'd with sores from foot to head,
Like flowers in a flower-bed,

Strange plagues all beautifully green
Went pirouetting through the scene;
And shrunken corpses dead of Age.--

These things went dancing o'er the stage.
Smelling of graves and worm-tooth scars,--
Death's musty-meated avatars."

From "The Book of Jade" by David Park Barnitz

Sunday, January 10, 2010

The Graveyard Book - Neil Gaiman

"’…And there are always people who find their lives have become so unsupportable they believe the best thing they could do would be to hasten their transition to another plane of existence.’
‘They kill themselves, you mean?’ said Bod. He was about eight years old, wide-eyed and inquisitive, and he was not stupid.
‘Indeed.’
‘Does it work? Are they happier dead?’
‘Sometimes. Mostly, no. It’s like the people who believe they’ll be happy if they go and live somewhere else, but who learn it doesn’t work that way. Wherever you go, you take yourself with you. If you see what I mean.’"

“Rich man, poor man, come away.
Come to dance the Macabray.”

"‘Now the Lady on the Grey leads us in the Macabray,’ sang Liza Hempstock, before the whirl of the dance took her off and away from Bod. They stomped to the music and stepped and spun and kicked, and the lady danced with them, stepping and spinning and kicking with enthusiasm. Even the white horse swayed its head and stepped and shifted to the music.
The dance sped up, and the dancers with it. Bod was breathless, but he could not imagine the dance ever stopping: the Macabray, the dance of the living and the dead, the dance with Death. Bod was smiling and everyone was smiling."

    "The boy was a model pupil, forgettable and easily forgotten, and he spent much of his spare time in the back of the English class where there were shelves of old paperbacks, and in the school library, a large room filled with books and old armchairs, where he read stories as enthusiastically as some children ate.
    Even the other kids forgot about him. Not when he was sitting in front of them: they remembered him then. But when that Owens kid was out of sight he was out of mind. They didn’t think about him. They didn’t need to. If someone asked all the kids in Eight B to close their eyes and list the twenty-five boys and girls in the class, that Owens kid wouldn’t have been on the list. His presence was almost ghostly."

"We know… we remember things that most people have forgotten. The Old Knowledge.
    Bod said, ‘Magic, you know a little magic.’
    The man nodded agreeably. ‘If you want to call it that. But it’s a very specific sort of magic. There’s a magic you take from death. Something leaves the world, something else comes into it.’
    ‘You killed my family for - for what? For magic powers? That’s ridiculous.’
    ‘No. We killed you for protection. Long time ago, one of our people – this was back in Egypt, in pyramid days - he foresaw that one day, there would be a child born who would walk the borderland between the living and the dead. That if this child lived to adulthood it would mean the end of our Order and all we stand for.’"

"’There’s not much happens here to make one day unlike the next. The seasons change. The ivy grows. Stones fall over. But you coming here… well, I’m glad you did, that’s all.’"