Thursday, April 9, 2015

Μις Πέρεγκριν, Στέγη Για Ασυνήθιστα Παιδιά - Ransom Riggs

«...Όταν κοίταξα μέσα, νομίζω ότι πραγματικά άφησα μια κραυγή - και για μια γεμάτη πανικό στιγμή σκέφτηκα τέρας! - επειδή είχα ξαφνικά και απρόσμενα έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με ένα μαυρισμένο πτώμα. Το συρρικωνμένο του σώμα είχε μια αλλόκοτη ομοιότητα με τα πλάσματα που είχαν στοιχειώσει τα όνειρά μου, όπως άλλωστε και το χρώμα της σάρκας του, που θύμιζε κάτι που είχε ψηθεί σε σούβλα πάνω από φωτιά. Αλλά, όταν το σώμα δεν κατάφερε να ζωντανέψει και να σημαδέψει το μυαλό μου παντοτινά, σπάζοντας το τζάμι και ορμώντας στο λαιμό μου, ο αρχικός μου πανικός υποχώρησε. Ήταν απλώς ένα έκθεμα σε ένα μουσείο, όσο νοσηρό κι αν ήταν...»

«..."Η σύνθεση του ανθρωπίνου είδους, είναι απείρως πιο διαφορετική απ' ό,τι υποπτεύονται οι περισσότεροι άνθρωποι", άρχισε. "Η πραγματική ταξινομία του Χόμο Σάπιενς είναι ένα μυστικό γνωστό μόνον σε λίγους, ένας εκ των οποίων θα είσαι τώρα κι εσύ. Στη βάση, υπάρχει μια απλή διχοτόμηση: υπάρχει ο λαός, η μεγάλη μάζα των κοινών θνητών που αποτελούν τον μεγάλο όγκο της ανθρωπότητας και υπάρχει κι ένας κρυφός κλάδος - οι κρυπτοσάπιενς, αν θέλεις - οι οποίοι ονομάζονται «ασυνήθιστα πνεύματα», στην αξιοσέβαστη γλώσσα των προγόνων μου. Όπως αναμφίβολα θα μάντεψες, εμείς ανήκουμε στο δεύτερο είδος"...»

«...Ξεσκέπασα το κεφάλι μου και κοίταξα αργά πίσω μου. Τα λυγισμένα από τον άνεμο κλαδιά των δέντρων, είχαν παγώσει στη θέση τους. Ο ουρανός ήταν μια φωτογραφία σταματημένων φλογών που έγλειφαν την άκρη ενός σύννεφου. Σταγόνες βροχής αιωρούνταν μπροστά στα μάτια μου. Και μέσα στον κύκλο των παιδιών, σαν αντικείμενο μυστικού τελετουργικού, κρεμόταν μια βόμβα, η μύτη της κοίταζε προς τα κάτω, σαν να ισορροπούσε πάνω στο τεντωμένο δάχτυλο του Αδάμ...»

Μετάφραση: Λένα Ταχμαζίδου
Εκδόσεις: Platypus 2013

Thursday, March 5, 2015

The Ocean at the End of the Lane, by Neil Gaiman

"...Nobody came to my seventh birthday party.
There was a table laid with jellies and trifles, with a party hat beside each place and a birthday cake with seven candles on it in the centre of the table. The cake had a book drawn on it, in icing. My mother, who had organised the party, told me that the lady at the bakery said that they had never put a book on a birthday cake before, and that mostly for boys it was footballs and spaceships. I was their first book..."

"...I sat on my bed and stared out of the window. My bed was pushed up hard against the wall just below the window. I loved to sleep with the window open. Rainy nights where the best of all: I would open the window and put my head on my pillow and close my eyes and feel the wind on my face and listen to the trees sway and creak. There would be raindrops blown on to my face, too, if I was lucky, and I would imagine that I was in my boat on the ocean and that it was swaying with the swell of the sea. I did not imagine that I was a pirate, or that I was going anywhere. I was just on my boat..."

"...She shook her head, and together we walked up the winding flinty lane that led to my house and to the thing who called herself Ursula Monkton. I carried the brown paper bag with my nightwear in it, and Lettie carried her too-big-for-her raffia shopping bag, filled with broken toys which she had obtained in exchange for a mandrake that screamed, and shadows dissolved in vinegar..."

"...The currents of the ocean pulled at my hair and my clothes like summer breezes. I was no longer cold and I knew everything and I was not hungry and the whole big, complicated world was simple and graspable and easy to unlock. I would stay here for the rest of time in the ocean which was the universe which was the soul which was all that mattered. I would stay here forever..."

"...At night she would wait beneath the bed until the lights were turned out, then she would accommodate herself on the pillow beside me, grooming my hair and purring, so quietly as never to disturb my sister.
I would fall asleep with my face pressed into her fur, while her deep electrical purr vibrated softly against my cheek.
She had such unusual eyes. They made me think of the seaside, and so I called her Ocean, and could not have told you why..."

"...There's a Terry Pratchett poem that he wrote in an anthology that I co-edited a long time ago which begins 'They don't teach you the facts of death, your Mum and Dad. They give you pets.' And, actually, it's true. For many of us, pets are the way we initially discover death and the heartbreak of death. And we have to discover it. We encounter it, learn how to live with it, learn how to survive it. And that, in some horrible way, is what pets are for.

headline 2013

Saturday, February 28, 2015

Mr. Penumbra's 24-Hour Bookstore, by Robin Sloan

"Penumbra sells used books, and they are in such uniformly excellent condition that they might as well be new. he buys them during the day - you can only sell to the man with his name on the windows - and he must be a tough customer. He doesn't seem to pay much attention to the bestseller lists. His inventory is eclectic; there's no evidence of pattern or purpose other than, I suppose, his own personal taste. So, no teenage wizards, no vampire police here. That's a shame, because this is exactly the kind of store that makes you want to buy a book about a teenage wizard. This is the kind of store that makes you want to be a teenage wizard."

"...'You have to be an optimist to believe in the Singularity,' she says, 'and that's harder than it seems. Have you ever played Maximum Happy Imagination?'
'Sounds like a Japanese game show.'
Kat straightens her shoulders. 'Okay, we're going to play. To start, imagine the future. The good future. No nuclear bombs. Pretend you're a science fiction writer.'
Okay: 'World government... no cancer... hover-boards.'
'Go further. What's the good future after that?'
'Spaceships. Party on Mars.'
'Further.'
'Star Trek. Transporters. You can go anywhere.'
'Further'.
I pause a moment, then realize: 'I can't.'
Kat shakes her head. 'It's really hard. And that's, what, a thousand years? What comes after that? What could possibly come after that? Imagination runs out. But it makes sense, right? We probably just imagine things based on what we already know, and we run out of analogies in the thirty-first century.'..."

"...'I did not know people your age still read books,' Penumbra says. He raises an eyebrow. 'I was under the impression they read everything on their mobile phones.'
'Not everyone. There are plenty of people who, you know - people who like the smell of books'.
'The smell!' Penumbra repeats. 'You know you are finished when people start talking about the smell.' He smiles at that - then something occurs to him, and he narrows his eyes. 'I do not suppose you have a... Kindle?'..."

"...'Rosemary, why do you love books so much?'
And I said, 'Well, I don't know.' She's animated, almost girlish now: 'I suppose I love them because they're quiet, and I can take them to the park.' She narrows her eyes. He watched me and he didn't say a word. So then I said, 'Well, actually, I love books because books are my best friends.' Then he smiled - he has a wonderful smile - and he walked over and got on that ladder, and climbed higher than I'd ever seen him climb..."

"...There's a stack of books on the table and a metal cup with pointy pencils that smell fresh and sharp. In the stack, there are copies of Moby Dick, Ulysses, The Invisible Man - this is a bar for bibliophiles.
There's a pale beer stain on the back cover of The Invisible Man, and inside, the margins are mobbed with pencil marks. It's so dense you can barely see the paper behind it - there are dozens of different people's marginalia jostling for space here. I flip through the book; it's jam-packed. Some of the notes are about the text, but more are directed at one another. The margins tend to devolve into arguments, but there are other interactions, too. Some are inscrutable: just numbers back and forth. There's encrypted graffiti: 

6HV8SQ was here..."

Atlantic Books, London 2013

Saturday, January 3, 2015

Η Ιστορία του γάτου που έμαθε σ' ένα γλάρο να πετάει - Luis Sepulveda

 «...Δυο γάτοι που ξεψάχνιζαν έναν σκουπιδοτενεκέ, τον είδαν να περνάει.
"Ρε κουμπάρε" νιαούρισε ο ένας γάτος, "είδες αυτό που είδα κι εγώ; Τι νόστιμος χοντρούλης!"
"Τον είδα, κουμπάρε" νιαούρισε ο άλλος. "Κι έτσι όπως είναι, μαύρος μαύρος, δεν είναι σαν να τον έχουν περάσει με φούμο - ή με κατράμι; Για πού τό 'βαλες, ρε κατραμόφουσκα;"
Αν κι είχε το μυαλό του στο γλάρο, ο Ζορμπάς δεν ήταν διατεθειμένος ν' αφήσει να περάσουν έτσι οι προκλήσεις αυτών των δυο ρεμπεσκέδων. Σταμάτησε το τρέξιμο, σήκωσε τις τρίχες της ράχης και σάλταρε στον σκουπιδοτενεκέ.
Τέντωσε αργά ένα μπροστινό ποδάρι, έβγαλε ένα νύχι μεγάλο σαν σπίρτο και το κούνησε στη μούρη ενός από τους μάγκες.
"Γουστάρεις; Έχω άλλα εννιά, ίδια μ' αυτό. Θα 'θελες να σου μπηχτούν σε καμιά ράχη;" νιαούρισε ηρεμότατα.
Ο γάτος που 'χε το νύχι κολλημένο στη μούρη, στραβοκατάπιε πριν απαντήσει.
"Μπα... όχι, παλικάρι. Μα τι ωραία μέρα! Δε συμφωνείς;" νιαούρισε, χωρίς ν' αφήσει στιγμή απ' τα μάτια του το νύχι...»

«...Είσαι γλάρος. Σ' αυτό, ο χιμπαντζής έχει δίκιο - αλλά μόνο σ' αυτό. Όλοι σ' αγαπάμε, Καλότυχη. Και σ' αγαπάμε, γιατί είσαι μια γλαροπούλα - μια όμορφη γλαροπούλα. Δεν σου αντιλέγουμε όταν σ' ακούμε να κρώζεις ότι είσαι γάτος, γιατί μας κολακεύει που θέλεις να 'σαι σαν κι εμάς· όμως, είσαι διαφορετική από μας - και μας αρέσει που είσαι διαφορετική. Τη μάνα σου δεν μπορέσαμε να τη βοηθήσουμε - εσένα, όμως, ναι. Σε προστατέψαμε ώσπου να βγεις απ' τ' αβγό. Σου χαρίσαμε όλη μας τη στοργή, χωρίς να θέλουμε ποτέ να σε κάνουμε γάτο. Σε θέλουμε γλάρο, κι έτσι σ' αγαπάμε. Νιώθουμε πως κι εσύ μας αγαπάς, πως είμαστε οι φίλοι σου, η οικογένειά σου, κι είναι καλό να ξέρεις πως μαζί σου μάθαμε κάτι για το οποίο καμαρώνουμε: μάθαμε να εκτιμούμε, να σεβόμαστε και ν' αγαπάμε ένα διαφορετικό πλάσμα. Είναι πολύ εύκολο ν' αποδέχεσαι και ν' αγαπάς αυτούς που είναι σαν κι εσένα, αλλά πολύ δύσκολο κάποιον που είναι διαφορετικός - κι εσύ, μας βοήθησες να το κατορθώσουμε. Είσαι γλάρος, και πρέπει ν' ακολουθήσεις τον προορισμό των γλάρων. Πρέπει να πετάξεις. Όταν θα τα καταφέρεις, Καλότυχη, σε βεβαιώνω πως θα 'σαι ευτυχισμένη, και τότε, τα αισθήματά σου για μας, και τα δικά μας για σένα, θα 'ναι πιο έντονα και πιο όμορφα, γιατί θα 'ναι μια αγάπη ανάμεσα σε εντελώς διαφορετικά πλάσματα...»

Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις: opera 2007

Monday, October 20, 2014

Ο Εκατοντάχρονος που Πήδηξε απ' το Παράθυρο και Εξαφανίστηκε - Γιούνας Γιούνασον

«..."Ο πρόεδρος Τρούμαν θέλει να μάθει πώς συλλαβίζεις το όνομά σου", είπε ο Άλαν στον Γραμματέα Πρεσβείας Γ΄ Μπέργκβιστ. "Μπορείς να του το συλλαβίσεις εσύ, για να μην μπερδευτούμε;"
Αφού ο Γραμματέας Γ΄ Μπέργκβιστ, έχοντας την εντύπωση ότι ονειρευόταν, συλλάβισε σωστά το όνομά του για τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, κατέβασε το ακουστικό και δεν είπε κουβέντα για οχτώ λεπτά. Ακριβώς τόσα πέρασαν μέχρι να τηλεφωνήσει ο πρωθυπουργός Τάγκε Ερλάντερ και να δώσει εντολή στον Γραμματέα Πρεσβείας Γ΄ Μπέργκβιστ να κάνει τα εξής: 1) Να δώσει αμέσως ένα διπλωματικό διαβατήριιο στον Άλαν Κάρλσον και 2) να φροντίσει να βρει τρόπο, χωρίς καθυστέρηση, να στείλει τον κύριο Κάρλσον στη Σουηδία.
"Μα δεν έχει προσωπικό αριθμό", προσπάθησε να πει ο Γραμματέας Πρεσβείας Γ΄ Μπέργκβιστ.
"Προτείνω, τότε, να λύσει ο Γραμματέας Πρεσβείας Γ΄ το θέμα αυτό αμέσως", είπε ο πρωθυπουργός Ερλάντερ. "Εκτός αν επιθυμεί να γίνει τέταρτος ή πέμπτος γραμματέας".
"Γραμματέας Δ΄ και Γραμματέας Ε΄ δεν υπάρχει", προσπάθησε ξανά ο Γραμματέας Γ΄.
"Και ποιο είναι το συμπέρασμα που βγάζεις απ' αυτό;"»

«...Ο δόκτορας Έκλουντ καθόταν αποσβολωμένος μπροστά στον Άλαν. Τι ήταν αυτό που του είχε στείλει ο πρωθυπουργός; Πίστευε πραγματικά εκείνος ο Ερλάντερ ότι θα έβαζαν έναν σερβιτόρο, που είχε παρατήσει το σχολείο προτού κλείσει τα εννιά, να κατασκευάζει ατομικές βόμβες για τη Σουηδία; Μήπως δε θα έπρεπε να υπάρχει ένα κατώτατο όριο, ακόμα και για τους σοσιαλδημοκράτες, για το πόσο μακριά μπορεί να προωθεί κανείς τη θέση ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν την ίδια αξία;»

«...Ο Άλαν έμεινε για λίγο σιωπηλός και εξέτασε νοερά τα υπέρ και τα κατά της αποκάλυψης ότι αυτός - σε αντίθεση με όλους τους ακαδημαϊκούς του δόκτορα Έκλουντ και, σίγουρα, σε αντίθεση με την Γκρέτα επίσης - ήξερε πώς κατασκευάζουν μια ατομική βόμβα.
Ο Άλαν, όμως, αποφάσισε πως ο δόκτορας Έκλουντ δεν άξιζε καν τη βοήθειά του, μια που δεν είχε το μυαλό να κάνει τη σωστή ερώτηση στον Άλαν. Εκτός αυτού, ο καφές που πρόσφερε η Γκρέτα ήταν νερόπλυμα.»

«...Τώρα οι ρόλοι όλων ήταν έτοιμοι για την πρωινή παράσταση, με την επιφύλαξη ότι η αλήθεια είναι πολύ ευκολότερη να τη θυμάσαι από το αντίθετό της, όπως σε αυτήν εδώ την περίπτωση. Όποιος δεν ξέρει να λέει ψέματα την πατάει...»

Μετάφραση: Γρηγόρης Ν. Κονδύλης
Εκδόσεις: Ψυχογιός 2013

Monday, September 29, 2014

Σκοτώνουν Τα Άλογα Όταν Γεράσουν - Οράτιος ΜακΚόυ

«Χάρηκα που θέλησε να πάμε στο πάρκο. Ήταν πάντα ωραία εκεί. Ήταν ωραίο μέρος να κάτσεις. Ήταν πολύ μικρό, ένα τετράγωνο το πολύ, αλλά ήταν πολύ σκοτεινό και πολύ ήσυχο και γεμάτο από πυκνούς θάμνους. Γύρω-γύρω υπήρχαν φοίνικες, δεκαπέντε, είκοσι μέτρα ψηλοί, ξαφνικά φουντωτοί στην κορυφή. Με το που έμπαινες στο πάρκο αποκτούσες την ψευδαίσθηση της ασφάλειας. Συχνά φανταζόμουν ότι υπήρχαν σκοποί που φορούσαν αλλόκοτα κράνη: δικοί μου, προσωπικοί σκοποί που φύλαγαν το δικό μου, προσωπικό νησί...
Το πάρκο ήταν ωραίο μέρος να κάτσεις. Μέσα από τους φοίνικες μπορούσες να δεις πολλά κτίρια, τις χοντρές, τετράγωνες σιλουέτες των πολυκατοικιών, με τις κόκκινες επιγραφές στις στέγες τους που κοκκίνιζαν τον ουρανό ψηλά κι όλα τα υπόλοιπα κι όλον τον κόσμο χαμηλά. Αν όμως ήθελες να ξεφορτωθείς αυτά τα πράγματα, το μόνο που είχες να κάνεις ήταν να κάτσεις και να καρφώσεις το βλέμμα σου επάνω τους, σταθερά... κι αυτά άρχιζαν να χάνονται. Μ' αυτόν τον τρόπο μπορούσες να τα στείλεις όσο μακριά σού έκανε κέφι...»

«Ο Μάριο Πετρόνε, ένας γεροδεμένος Ιταλός, κι η Τζάκυ Μίλερ, μια μικροκαμωμένη ξανθιά, ανέβηκαν στην πλατφόρμα μέσα σε σποραδικά χειροκροτήματα. Μίλησαν με το Ρόκυ και μετά άρχισαν να χορεύουν κάτι πανάθλιες κλακέτες. Ούτε ο Μάριο ούτε η Τζάκυ έδειχναν να συνειδητοποιούν ότι ήταν άθλιες. Όταν τέλειωσαν, μερικοί πέταξαν νομίσματα στην πίστα.
"Δώσε κόσμε", είπε ο Ρόκυ. "Λούστε τους στο ασήμι. Δώστε".
Μερικά ακόμη νομίσματα έπεσαν στο πάτωμα. Ο Μάριο κι η Τζάκυ τα μάζεψαν, ερχόμενοι προς το μέρος μας.
"Πόσα"; τους ρώτησε η Γκλόρια.
"Περίπου ενάμισι δολάριο", είπε η Τζάκυ.»

 «Η Γκλόρια κι εγώ πήγαμε κοντά στην πλατφόρμα του τελετάρχη. Ήταν ωραία εκεί πέρα τέτοια ώρα το απόγευμα. Υπήρχε ένα τρίγωνο ηλιόφωτος που ερχόταν απ' τα διπλά παράθυρα πάνω απ' το μπαρ του Φοινικόκηπου. Διαρκούσε μόνο δέκα λεπτά περίπου αλλά σ' αυτά τα δέκα λεπτά κουνιόμουν αργά μέσα του (έπρεπε να κινούμαι αν δεν ήθελα να με αποκλείσουν) αφήνοντάς το να με καλύπτει ολόκληρο. Ήταν η πρώτη φορά που εκτίμησα τον ήλιο. "Όταν τελειώσει αυτός ο μαραθώνιος", είπα από μέσα μου, "θα περάσω όλη μου τη ζωή στον ήλιο. Ανυπομονώ να πάω στη Σαχάρα να κάνω μια ταινία". Φυσικά, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί τώρα πια.
Παρακολουθούσα το τρίγωνο στο πάτωμα να γίνεται ολοένα και πιο μικρό. Κάποτε έκλεινε τελείως κι άρχιζε να ανεβαίνει στα πόδια μου. Σερνόταν πάνω στο κορμί μου σαν να ήταν ζωντανό. Όταν έφτανε στο πιγούνι μου στεκόμουν στις μύτες, για να κρατήσω το κεφάλι μου μέσα του για όσο πιο πολύ μπορούσα. Δεν έκλεινα τα μάτια μου. Τα κρατούσα ορθάνοιχτα, κοιτάζοντας τον ήλιο κατάματα. Δεν με τύφλωνε καθόλου. Σ' ένα λεπτό χανόταν.»

Μετάφραση: Βαγγέλης Παραμπούκης
Εκδόσεις: παρατηρητής 1995

Thursday, August 28, 2014

Αλδεβαράν - Παύλος Μάτεσις

«Η θάλασσα τού άρεσε όταν ήταν παιδί, τώρα έχει γίνει συνοικιακό κοσμικό γεγονός, προπαντός το καλοκαίρι την έχουν κάνει κατοχή οι φτωχομπινεδοκοσμικοί. Την ακρογιαλιά την έχουν βαφτίζει "πλαζ". Σαν ναυαγοί τριτοκοσμικοί, θυμίζει φεστιβάλ ζητιάνων, αλλοδαπών ζητιάνων μάλιστα. Ταλαίπωρες μαμάδες σε απεγνωσμένες διακοπές, μπουγαδιάζουν μωρά στο κύμα, σε θάλασσα που ο Ερμής την αισθάνεται ιδιοκτησία του, δική του.
- Όχι δηλαδή, Μύρτο, λογάριασε: δύο χιλιάδες κυράδες ίσον τέσσερεις χιλιάδες αμασχάλες - αποφεύγω να σκεφτώ τι άλλο ξεπλένουν. Και όταν μία με μαγιό στέκει μαρμαρωμένη από μαγεία, ίσαμε τη μέση στο νερό και ατενίζει ρομαντικά το μέλλον, δεν ατενίζει, Μύρτο: κατουράει. Και συ ο μαλάκας κολυμπάς παραπλεύρως και κάνεις γαργάρα τα τουριστικά νερά. Δηλαδή πηγαίνει σε θάλασσα ο Ερμής, με την κοπέλα του αλλά όχι εδώ γύρω. Στον Ειρηνικό πηγαίνουν.
- Στον Ειρηνικό δηλαδή δεν κατουράνε οι κυρίες, Ερμή;
- Όχι, κατούρησαν πιο πριν. Στην Ευρώπη.
Ο Μύρτος γελούσε.
- Στον φάρο τον δικό μου είναι αλλιώς, είπε. Μάλιστα τον χειμώνα, τη νύχτα μέσα στον φάρο, απάνω, όταν είναι αναμμένος και τον χαιρετάει από μακριά με τη σειρήνα του κανένα περαστικό πλοίο. Ξέρεις, τα θεμέλιά του τα έχουν σκάψει μέσα στον βράχο και όταν τον βαράει το κύμα, τον χειμώνα αυτό, ο φάρος κουνιέται, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τον σεισμό από τη φουρτούνα.
-Έτσι, έτσι, συμφωνούσε ο Ερμής, τον χειμώνα αλλάζει πρόσωπο η θάλασσα, δεν έχει τουρίστες, δεν έχει "πλαζ" με χορταρένιες ομπρέλλες σε στυλ βλαχο-εξωτικό, με τις χιλιάδες ξαπλώστρες γεμάτες κώλους πλαδαρούς που περιμένουν πελατεία αλλά μένουν στα αζήτητα - σαν νεκροτομείο μοιάζουν από μακριά, Μύρτο. Η πολυκοσμία αγρίευε τον Ερμή, όταν σε συνωστισμό τον ακουμπούσε κανείς τυχαία, τον κυρίευε διάθεση να ρίξει γροθιά. Στριμωξίδι άγριο, ρε Μύρτο, σαν βάρκα με λαθρομετανάστες. Σε κάτι λούμπεν κοσμικά νησιά, όπου καμιά φορά με τραβάει η εκάστοτε δικιά μου, στην πλαζ κάνεις ν' αγγίξεις τον πισινό σου και χαϊδεύεις τον πισινό του διπλανού. Και το ίδιο κάνει και ο διπλανός. Και τον έχει σε μεγάλη εκτίμηση τον κώλο του ο Ερμής - και συ τον δικό σου, κύριε Μύρτο, θέλω να ελπίζω. Του το οφείλεις δηλαδή, δεν έχεις καμία διάθεση να σου τον μαλάζει ο κάθε τυχών διπλανός. Δεν γουστάρω ξυσίματα, τον έχω καλομάθει με χάδι τον κώλο μου εγώ, είτε σελφ-σέρβις όταν είμαι στην μπανιέρα, ή αν μου τον νταντεύει μια γυναίκα - νά 'ναι όμως ωραία η γυναίκα, σύμφωνος κύριε Μυρτίλε; Εσύ θα ξέρεις απ' αυτά - Πού χάθηκες;»

«Στον πλανήτη μας έζησαν και κυριάρχησαν, παλαιά, τεράστιοι οργανισμοί. Και δεν ήξεραν ότι θα πεθάνουν. Αυτό μόνο εμείς, οι σημερινοί, το γνωρίζουμε. Αυτά τα μεγαλειώδη θηρία δεν ήξεραν πως είναι θηρία, και εξαφανίστηκαν. Εμείς δεν γνωρίζουμε γιατί εξαφανίστηκαν. Έτσι κι εμείς. Δεν είμαστε τεράστιοι οργανισμοί εμείς, όμως γίναμε οι κάτοχοι του πλανήτη. Και θα εξαφανιστούμε. Και η φύση δεν θα πάρει είδηση την απουσία μας. Όπως δεν έχει πάρει είδηση την παρουσία μας, την ύπαρξή μας. Θα εξαφανιστούμε. Δεν είναι και για πένθος. Μακάρι να το αποδεχτούμε, υποδεχτούμε αγκαλιασμένοι εμείς οι δύο, στο κρεβάτι σου, μας.»

«...Ο Ερμής κοίταζε ψηλά. Και, Μερκούρη, λέει σιγά, δίχως να γυρίσει να κοιτάξει, μήπως ξέρεις εσύ... τι είναι Αλδεβαράν;
-Αλδεβαράν! Δεν ξέρεις τον Αδεβαράν εσύ! Τι σκατά φαροφύλακας μού είσαι!
-Τι είναι Αλδεβαράν;
-Έλα από δώ. Από την από δώ μεριά. Ψηλά κοίτα.
-Πού ψηλά;
-Άστρο είναι, στο ημισφαίριό μας - δεξιά κοίτα, εκεί. Βλέπεις τα εφτά μαζεμένα αστέρια, εκείνα... τα στριμωχτά; Τα λέγαν Πλειάδες οι Αρχαίοι, κόρες του Άτλαντα, ο Δίας τις μεταμόρφωσε σε άστρα. Αυτές είναι η Πούλια, έτσι τη λένε τώρα - τις βλέπεις;
-Αυτές εκεί - ναι.
-Παρακάτω, ευθεία γραμμή - μην κοιτάς λοξά μωρέ, πάρα κάτω σού λένε. Άλλο συγκρότημα, αυτό οι Αρχαίοι τό 'λεγαν Υάδες. Τώρα: στην άκρη - άκρη τους, το πλέον φωτεινό αστέρι - διακρίνεις;
-Ναι.
-Αυτός είναι ο Αλδεβαράν - χαιρέτα τον. Απόσταση; Από τη Γή, εξήντα πέντε έτη φωτός, είναι ο μεγαλύτερος στον αστερισμό του Ταύρου, τώρα τον ξεχωρίζεις, έτσι; Γνωριστήκατε.
-Τώρα, ναι. Ο Αλδεβαράν.
-Λαμπαδίας. Έτσι λεγόταν παλιά. Και οι Άραβες τον εβάφτισαν Αλδεβαράν...»

Εκδόσεις Καστανιώτη 2007