Friday, September 25, 2015

The Sleeper and the Spindle - Neil Gaiman

"...Once in the city, the sheer numbers of people made them uncomfortable. There were sleeping riders on sleeping horses; sleeping cabmen up on still carriages that held sleeping passengers; sleeping children clutching their balls and hoops and the whips of their spinning tops; sleeping flower women at their stalls of brown, rotten, dried flowers; even sleeping fishmongers beside their marble slabs. The slabs were covered with the remains of stinking fish, and they were crawling with maggots. The rustle and movement of the maggots was the only movement and noise the queen and the dwarfs encountered..."

"...The sleepers moved towards the dwarfs and the queen. They were easy for the dwarfs to outrun, easy for the queen to outwalk. And yet, and yet, there were so many of them. Each street they came to was filled with sleepers, cobweb-shrouded, eyes tight closed or eyes open and rolled back in their heads showing only the whites, all of them shuffling sleepily forwards..."

"...'We had been led to believe,' said the tallest dwarf, 'that when you woke, the rest of the world would wake with you.'
'Why ever would you think that?' asked the golden-haired girl, all childlike and innocent (ah, but her eyes! Her eyes were so old). 'I like them asleep. They are more... biddable.' She stopped for a moment. Then she grinned. 'Even now they come for you. I have called them here.'..."

"...There are choices, she thought, when she had sat long enough. There are always choices.
She made one.
The queen began to walk, and the dwarfs followed her..."

BLOOMSBURY 2014 

Sunday, September 20, 2015

Θάνατος Στη Βενετία - Τόμας Μαν

«...Ποιος δε θά 'χε να πολεμήσει μια φευγαλέα ανατριχίλα, έναν κρύο φόβο κι αγωνία, μπαίνοντας για πρώτη φορά, ή μετά από πολλά χρόνια, σε μια βενετσιάνικη γόνδολα; Το παράξενο σκάφος, αναλλοίωτο από παλιές θρυλικές εποχές και τόσο χαρακτηριστικά μαύρο όπως τίποτα στον κόσμο εκτός απ'το φέρετρο - θυμίζει αθόρυβες εγκληματικές περιπέτειες νύχτας βροχερής, κι ακόμη πιο πολύ θυμίζει τον ίδιο το θάνατο, τον τάφο, νεκρική τελετή και το τελευταίο σιωπηλό ταξίδι. Πρόσεξε κανείς άραγε ποτέ πως το κάθισμα μιας τέτοιας βάρκας, αυτή η πολυθρόνα με τα μπράτσα, βαμμένη με μαύρη λάκα σαν φέρετρο, ντυμένη με μουντό μαύρο ύφασμα είναι το πιο μαλακό, πλούσιο κι αναπαυτικό κάθισμα του κόσμου;»

«...Ο άνθρωπος που ζει μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή, βιώνει τις εμπειρίες του πιο συγκεχυμένα και ταυτόχρονα πιο έντονα απ' ό,τι ο εξωστρεφής, οι σκέψεις του είναι πιο βαριές, πιο παράξενες, και ποτέ δίχως μια απαλή απόχρωση θλίψης...»

«...Η μοναξιά γεννά μέσα μας το πρωτότυπο, το τολμηρό, το παράξενα ωραίο, το ποίημα. Όμως, η μοναξιά γεννά και το αντίθετο, το διεστραμμένο, το παράλογο κι ανεπίτρεπτο...»

«...Κάθε μέρα τώρα, ο θεός με τα φλογισμένα μάγουλα οδηγούσε γυμνός το τέθριππο άρμα του στις κάμαρες τ' ουρανού, τα άτια του έβγαζαν πύρινους αχνούς και οι χρυσαφένιες του μπούκλες κυμάτιζαν στον ανατολικό άνεμο που σηκωνόταν στο πέρασμά του...»

«...Ένιωθε τότε σαν νά 'χε μεταφερθεί στα Ηλίσια πεδία, στην άκρη της γης, όπου είναι χαρισμένη στους ανθρώπους η πιο αμέριμνη ζωή, δίχως χιόνια και χειμώνες ούτε θύελλες και νεροποντές, μονάχα ο Ωκεανός στέλνει εκεί αδιάκοπα την απαλή και δροσερή πνοή του κι οι μέρες κυλούν σε μακάρια σχόλη, δίχως μόχθο κι αγώνες, αφιερωμένες ολόκληρες στον ήλιο και τις γιορτές του...»

«...Ο έρωτας, πράγματι, συναγωνίστηκε τους μαθηματικούς που δείχνουν στα λιγότερο ικανά παιδιά απτές εικόνες των αφηρημένων μορφών. Το ίδιο και ο Θεός, για να μας κάνει ορατό το πνεύμα, χρησιμοποίησε τη μορφή και το χρώμα της ανθρώπινης νιότης σαν όργανο της μνήμης, στολίζοντάς τη με όλη τη λάμψη της ομορφιάς, κι εμείς φλεγόμαστε από πόνο κι ελπίδα στη θέα της...»

«...αυτός που αγαπάει είναι πιο θεϊκός από κείνον που αγαπιέται, γιατί μέσα του υπάρχει ο Θεός, που δεν υπάρχει στον άλλον...»

Μετάφραση: Κλαίρη Τρικεριώτη
Εκδόσεις: γράμματα 1990     

Sunday, September 6, 2015

Μακμπέθ - Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

«ΠΡΑΞΗ IV - ΣΚΗΝΗ 2

ΓΙΟΣ
Πες μου, ήταν προδότης ο μπαμπάς;

ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΝΤΑΦ
Ναι, ήτανε.

ΓΙΟΣ
Και τι πάει να πει προδότης;

ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΝΤΑΦ
Αυτός που ορκίζεται και δεν κρατάει τον λόγο του.

ΓΙΟΣ
Κι όποιος το κάνει αυτό είναι προδότης;

ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΝΤΑΦ
Είναι προδότης και πρέπει να τον κρεμάνε.

ΓΙΟΣ
Και πρέπει να τους κρεμάνε όλους που ορκίζονται 
και δεν κρατάν τον όρκο τους;

ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΝΤΑΦ
Όλους.

ΓΙΟΣ
Ποιος πρέπει να τους κρεμάει;

ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΝΤΑΦ
Μα, οι τίμιοι.

ΓΙΟΣ
Δηλαδή, όσοι δεν κρατάνε τον όρκο τους είναι βλάκες! Γιατί είναι τόσοι πολλοί που θα μπορούσαν να τσακίσουνε τους τίμιους στο ξύλο και να τους κρεμάσουν αυτοί.»

«ΠΡΑΞΗ V - ΣΚΗΝΗ 5

ΜΑΚΜΠΕΘ
...Το αύριο, που φέρνει το άλλο αύριο: σέρνονται αργά, 
βήμα το βήμα, μέρα τη μέρα, ως την εσχάτη συλλαβή 
του χρόνου που θα καταγραφεί. Και όλα τα δικά μας Χθες 
φωτίσανε πολλών ανόητων θνητών τον δρόμο προς τον θάνατο 
και την ανωνυμία της σκόνης. Σβήσε, σβήσε, βραχύβιο φως! 
Η ζωή, μια σκιά περιπλανώμενη, ένας καημένος θεατρίνος
που όσο κρατάει ο ρόλος του φωνάζει στη σκηνή
και καμαρώνει: αλλά μετά δεν ξανακούγεται ποτέ!
Η ζωή, ένα παραμύθι που το διηγείται ηλίθιος,
ένας μύθος γεμάτος μανία και παραφορά, χωρίς κανένα νόημα!»

Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές
Εκδόσεις: ΚΕΔΡΟΣ 2007

Saturday, September 5, 2015

Ο 13ος Επιβάτης - Γιάννης Μαρής

«...Ήταν κι αυτή μια μικρή ιστορία της Κατοχής. Όπως εξηγούσε στη διαθήκη του, το σαπιοκάραβο με το οποίο είχε δοκιμάσει να το σκάσει από την Ελλάδα είχε βουλιάξει στ' ανοιχτά της Χίου. Σε μια σχεδία σώθηκαν οχτώ άνθρωποι - εκείνος κι άλλοι εφτά. Πέρασαν τρία τραγικά μερόνυχτα στο πέλαγος, ώς τη στιγμή που τους μάζεψε ένα χιώτικο ψαροκάικο. Από τη Χίο εκείνος πέρασε απέναντι στην Τουρκία και οι άλλοι γύρισαν στις δουλειές τους. Σ' αυτούς τους εφτά συντρόφους των εβδομήντα δύο ωρών της αγωνίας - ή στους άμεσους κληρονόμους τους - άφηνε ο περίεργος εκατομμυριούχος την περιουσία του.
 Ο δικηγόρος Πυλαρινός διάβαζε παραξενεμένος το γράμμα του συναδέλφου του. Ποια επεξεργασία είχε γίνει στην ψυχή αυτού του Αμπάζογλου, ώστε να θυμηθεί, όταν αντιμετώπισε το ενδεχόμενο του θανάτου, τους εφτά συντρόφους του του ναυαγίου; Δεντους είχε γράψει ποτέ, δεν τους είχε στείλει ούτε ένα δώρο, δεν έδειξε ποτέ πως υπήρχαν γι' αυτόν. Και τώρα;
Μισούσε τόσο πολύ την κοινωνία ή τους συγγενείς του - αν είχε - ώστε να είναι αυτοί οι άνθρωποι το μόνο που είχε να θυμηθεί με συγκίνηση ή ήταν από εκείνους τους τύπους που θέλουν να τελειώνουν τη ζωή τους με ένα αστείο;»

«...Αυτοί που έχουν τον παρά έχουν δικαίωμα να είναι και λοξάτοι.»

«...Ο αστυνομικός του έριξε το βλέμμα που ρίχνει ένας ειδικός σε έναν που μιλά για πράγματα που τα αγνοεί. Για τον ίδιον αυτή η απόδραση δεν ήταν καθόλου "ομολογία ενοχής". Η φυλακή πανικοβάλλει περισσότερο τον αθώο από τον ένοχο. Ένας κρατούμενος, που τον κατηγορούν με επιμονή, δεν αντέχει στον πειρασμό μιας πόρτας που βρίσκεται ανοιχτή μπροστά του...»

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
«...Στην πλοκή χρησιμοποιεί συχνά το τέχνασμα της πλαστοπροσωπίας, κάποιος που παίρνει τα χαρακτηριστικά και την ταυτότητα άλλου ή έρχεται από το σκοτεινό παρελθόν. Αρκετές φορές ο φονιάς είναι γυναίκα...»

«...Στον Μαρή η αστυνομική πλοκή εξυπηρετεί πρωτίστως την ψυχαγωγία του αναγνώστη, αλλά και το ξάφνιασμά του, καθώς ο προβλέψιμος κόσμος του μελοδράματος γεμίζει ζιγκολό, μαιτρέσσες, δολοπλόκους και πτώματα και γίνεται αφορμή να αφηγηθεί μια ιστορία με "αθηναϊκά", συνήθως, χαρακτηριστικά και να αναπαραστήσει γλαφυρά χαρακτήρες, περιβάλλον και ανθρώπινες σχέσεις. Έτσι στον Μαρή αποτυπώνονται πολλές πτυχές της μεταπολεμικής Ελλάδας, ρεαλιστικές περιγραφές κοινωνικών τύπων, μικροαστικές εμμονές και ερωτικά απωθημένα που απουσιάζουν από τη "σοβαρή" λογοτεχνία της περιόδου...»

Εκδόσεις Άγρα, Ιούνιος 2012

Thursday, August 20, 2015

Τρυποκάρυδος - Τομ Ρόμπινς

«...Κάποτε η Χαβάη είχε πρόβλημα με τους αρουραίους. Τότε, κάποιος παρουσιάστηκε με μια φαεινή ιδέα: να εισαγάγουν μανγκούστες απ' την Ινδία. Οι μανγκούστες θα σκότωναν τους αρουραίους. Οι μανγκούστες σκότωσαν και κοτόπουλα, γουρουνάκια, πουλιά, γατιά, σκυλιά και μικρά παιδιά. Υπήρξαν μαρτυρίες για μανγκούστες που επιτέθηκαν σε μοτοσικλέτες, σε ηλεκτρικές μηχανές κουρέματος γκαζόν, αυτοκινητάκια του γκολφ, και άλλα διάφορα. Η Χαβάη, τώρα, έχει περισσότερες μανγκούστες απ' όσους αρουραίους είχε παλιά. Η Χαβάη αντάλλαξε το πρόβλημα των αρουραίων της μ' ένα πρόβλημα μανγκουστών. Η Χαβάη ήταν αποφασισμένη να μην αφήσει να ξανασυμβεί κάτι τέτοιο...»

«...Σήμερα υπάρχει η τάση να συγχωρούνται οι ηθικές ευθύνες απ' τα άτομα και να θεωρούνται θύματα των κοινωνικών συνθηκών. Αν χάψεις τέτοιο παραμύθι και τ' αγοράσεις, το πληρώνεις με την ψυχή σου. Δεν είν' οι άντρες που περιορίζουν τις γυναίκες. Δεν είν' οι κανονικοί που περιορίζουν τις αδερφές. Δεν είν' οι λευκοί που περιορίζουν τους μαύρους. Αυτό που περιορίζει τους ανθρώπους είναι η έλλειψη χαρακτήρα. Αυτό που περιορίζει τους ανθρώπους είναι πως δεν έχουν το θάρρος του κερατά, δεν έχουν τη φαντασία, να πρωταγωνιστήσουν στην ίδια τους την ταινία κι ακόμα λιγότερο να τη σκηνοθετήσουν. Μπλιαχ!...»

«...Τα τρία απ' τα τέσσερα στοιχεία της Φύσης, τα μοιράζονται όλα τα πλάσματα, αλλά η φωτιά ήταν δώρο που έγινε μόνο στον άνθρωπο. Το κάπνισμα του τσιγάρου είναι ο μεγαλύτερος βαθμός οικειότητας που μπορούμε ν' αποκτήσουμε με τη φωτιά χωρίς φόβο άμεσου τσουρουφλίσματος. Κάθε καπνιστής είναι μια ενσάρκωση του Προμηθέα, που κλέβει τη φωτιά απ' τους θεούς και τη φέρνει σπίτι. Καπνίζουμε για να δαμάσουμε τη δύναμη του ήλιου, για να κατευνάσουμε την κόλαση, να ταυτιστούμε με την αρχέγονη σπίθα, να φάμε απ' το ίδιο το μεδούλι του ηφαιστείου. Δε μας ενδιαφέρει ο καπνός, αλλά η φωτιά. Όταν καπνίζουμε, εκτελούμε μια παραλλαγή του χορού της φωτιάς, μια τελετουργία εξίσου παλιά με τον ίδιο τον κεραυνό.
  Μήπως αυτό σημαίνει πως οι θεριακλήδες είναι θρησκευτικές φανατίλες; Πρέπει να παραδεχτείτε πως υπάρχει μια ομοιότητα.
  Το πνευμόνι του καπνιστή είναι μια γυμνή παρθένα που αφιερώνεται θυσία στο θεό της φωτιάς...»

«...Έκατσε και σκέφτηκε, ότι σ' όλες τις σχέσεις στις οποίες είχε λάβει μέρος, σ' όλους τους δεσμούς πού 'χαν πάνω από ένα χρόνο διάρκεια, επικρατούσε κάποια ανισορροπία. Σ' ένα ζευγάρι, μονίμως ο ένας αγαπούσε πάντα πιο δυνατά τον άλλον. Έμοιαζε νά 'ναι νόμος της φύσης, ένας σκληρός και ωμός νόμος που οδηγούσε στην υπερένταση και την καταστροφή. Ένιωθε καταθορυβημένη που ένας τόσο άδικος και άθλιος νόμος επικρατούσε, αλλά αφού ίσχυε, αφού η ανισορροπία φαινόταν αναπόφευκτη, θά 'πρεπε νά 'ναι πιο εύκολο και πιο υγιεινό νά 'σαι εκείνος που αγαπάει λιγότερο. Ορκίστηκε πως από 'δω και πέρα η ανισορροπία θα ευνοούσε την ίδια...»

Μετάφραση: Ντίνος Γαρουφαλιάς
Εκδόσεις: Αίολος 1998

Monday, July 27, 2015

Το Μυστικό Χειρόγραφο - Kate Sedley

«...Ίσως δεν ήταν σύμπτωση που εκείνα τα αλλόκοτα γεγονότα είχαν λάβει χώρα εκεί, στην κοιλάδα του Άβαλον, όπου υπάρχουν άφθονοι μύθοι και θρύλοι και όπου κείτονται τα άψυχα σώματα του Αρθούρου και της Γκουίνεβιρ μέσα στο μεγάλο μαύρο μαρμάρινο μαυσωλείο τους μπροστά από την Αγία Τράπεζα του αβαείου...
  Αν, βέβαια, είναι όντως τα κουφάρια του Αρθούρου και της Γκουίνεβιρ. (Άραγε είμαι το μοναδικό άτομο που διατηρεί τις αμφιβολίες του;)...»

«...Η ιστορία όπως παραδόθηκε από πατέρα σε γιο και μετά σε εγγονό εδώ και εκατοντάδες γενιές, ανέφερε πως κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής κατοχής, όταν οι Ρωμαίοι εξόρυσσαν μόλυβδο από τα Μέντιπ, είχαν έρθει έμποροι από την Παλαιστίνη για να ξεκινήσουν συναλλαγές, με πιο σημαντικό από αυτούς τον Ιωσήφ τον Αριμαθαίο. Σε μια επίσκεψή του, ο Ιωσήφ είχε φέρει μαζί του ένα νεαρό αγόρι, τον Κύριο και Σωτήρα μας, τον Ιησού Χριστό. Οι δυο τους είχαν μείνει στο Πράιντι, και κατά τη διάρκεια της εκεί παραμονής του ο Χριστός συνήθιζε να περιδιαβαίνει την εξοχή, για να επισκεφτεί τελικά το Τορ. Εντυπωσιάστηκε τόσο από την ιερότητα του μέρους αυτού που αποφάσισε να κτίσει μια εκκλησία στους πρόποδες προς τιμήν της μητέρας Του: έτσι ήταν ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός εκείνος που θαυματουργά ίδρυσε την πρώτη εκκλησία στο Γκλάστονμπερι...»

«...Όσον αφορά τη δική μου θέση, η ευπιστία μαχόταν πάντα με τη δυσπιστία για το ποια θα επικρατούσε στο μυαλό μου. Από τη μια ήθελα απεγνωσμένα να είναι αληθινές αυτές οι ιστορίες, να πιστέψω πως ο Χριστός είχε πραγματικά περπατήσει όταν ήταν παιδί στους λόφους Μέντιπ και στις όμορφες χλοερές κοιλάδες του Σόμερσετ· από την άλλη, ήξερα καλά ότι τέτοιοι μύθοι, όπως και εκείνοι με το βασιλιά Αρθούρο, έφεραν ανείπωτα πλούτη και κύρος στο αβαείο με τη μορφή μιας ατελείωτης προσέλευσης προσκυνητών, καθώς και την αξίωση πως αυτό ήταν το παλαιότερο χριστιανικό ίδρυμα της χώρας, αν όχι του κόσμου ολόκληρου...»

«...Οι άνθρωποι δεν λειτουργούν πάντα με προβλέψιμο τρόπο. Πόσο βαρετή θα ήταν η ζωή αν το έκαναν...!»

«...Το μεγαλόπρεπο Τορ, το οποίο δεσπόζει πάνω από το αβαείο και τώρα μπορεί να το επισκεφτεί κανείς περπατώντας σε στεγνή γη, είναι ακόμα γνωστό ως το Νησί του Άβαλον - Άιναϊ Άβαλον στην αρχαία κελτική διάλεκτο, το "Νησί των Μήλων"...»

«...Πίσω από το φράκτη, χήνες τσιμπολογούσαν μέσα στο χώμα χαλικάκια και τα υπολείμματα της τροφής που τους είχαν ρίξει το πρωί, ενώ μια χοντρή μαύρη γάτα ήταν κουλουριασμένη μπροστά στην πόρτα του σπιτιού και κοιμόταν αδιάφορη για τους προσκυνητές που αναγκάζονταν να περνάνε από πάνω της καθώς έμπαιναν ή έβγαιναν από το κτήριο. Μια αγελάδα μουγκάνιζε θρηνητικά από ένα γειτονικό λιβάδι...»

«...Η περγαμηνή ήταν χαραγμένη από την αρχή μέχρι το τέλος με οριζόντιες γραμμές, ενώ από πάνω, από κάτω ή στο πλάι, υπήρχαν ομάδες από κάθετες κοντυλιές, από μία έως πέντε. Μερικές από τις κοντυλιές αυτές ήταν πιο μακριές, άλλες πιο παχιές, ενώ υπήρχαν επίσης (κάτι που ο Πάτερ Μπόνιφαϊς είχε παραλείψει να αναφέρει) ένας ιπποτικός σταυρός, ένας διπλός ιπποτικός σταυρός, ένας μικρός κύκλος, ένα σύμβολο που θύμιζε τον αριθμό έξι και ένα άλλο σαν δυο μικρές κουκίδες, η μία δίπλα στην άλλη...»

«...Όταν η Καικιλία και η θεία της κάθισαν, πήγα να φέρω την περγαμηνή από την κρυψώνα της και, με άπειρη προσοχή, την άνοιξα πάνω στο τραπέζι. Και οι δυο γυναίκες τραβήχτηκαν πίσω στις καρέκλες τους, λες και είχα ακουμπήσει μπροστά τους ένα δηλητηριώδες ερπετό.
  "Πού - πού το βρήκες αυτό;" τραύλισε η κυρά Ιωάννα. Όταν της εξήγησα, συνοφρυώθηκε. "Δεν ήξερα πως υπήρχε τέτοιος κρυφός θάλαμος σε εκείνο το μεσαίο συρτάρι. Ο άντρας μου ποτέ δεν μου είπε λέξη γι' αυτό. Πρέπει, όμως, να το είχε πει στον Πέτρο κάποια στιγμή, ίσως όταν αποφάσισε να του αφήσει το κρεβάτι στη διαθήκη του. Οι γιοι μου πάντα κοιμούνταν σε αυτό, βλέπεις, από μικροί, αλλά τώρα ανήκει δικαιωματικά στον Πέτρο...»

«"...Μα δεν αντιλαμβάνεσαι πως όλα αυτά είναι θρύλοι;" επισήμανα με θέρμη. "Όπως σου είπα μόλις τώρα, οι περισσότερες παρόμοιες ιστορίες πιθανώς στηρίζονται σε κάποιο κόκκο αλήθειας. Με το πέρασμα των αιώνων διαστρεβλώθηκαν καθώς στρώματα ρομαντικών επινοήσεων προστέθηκαν σιγά σιγά. Πριν από πολύ καιρό, όμως, στο σκοτεινό και μακρινό παρελθόν, κάτι όντως συνέβη που γέννησε τον αρχικό μύθο. Όταν ήσουν παιδί, δεν κύλησες μια χιονόμπαλα στην πλαγιά ενός λόφου για να τη δεις να γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη πριν φτάσει στους πρόποδες Έτσι πρέπει να μεγαλώνουν και οι μύθοι."...»

«Διάβασα τις επιγραφές αργά και με δυσκολία, μεταφράζοντας με τα σκουριασμένα μου λατινικά στα αγγλικά: Ένθα κείτεται ο Αρθούρος, άριστος των βασιλέων, η δόξα του βασιλείου. Το ήθος και η αρετή του τον εγκωμιάζουν με αιώνιους επαίνους. Επίσης: Η μακάρια σύζυγος του Αρθούρου κείτεται εδώ, αγαπημένη των Ουρανών για τις αρετές της...»

«...Και τότε ξαφνικά, σαν μια ηλιαχτίδα να έσκισε τα σύννεφα που κρέμονταν σαν σάβανο πάνω από τη γη τις τελευταίες δυο μέρες, το κέφι μου έφτιαξε, και χάρηκα που δεν είχα ανακαλύψει το Άγιο Δισκοπότηρο. Με το πέρασμα των αιώνων είχε φτάσει να αντιπροσωπεύει πολύ περισσότερα από ένα σημαντικό κειμήλιο του Χριστιανισμού. Είχε γίνει σύμβολο για την αναζήτηση του Ανθρώπου για οτιδήποτε είχε αξία, για μια ελπίδα σε έναν αφιλόξενο κόσμο. Αν υποβιβαζόταν σε ένα αντικείμενο από χρυσάφι και πολύτιμους λίθους θα έχανε τη σημασία του, και ο κόσμος θα γινόταν φτωχότερος αφού θα είχε χάσει την ιδέα που εκείνο συμβόλιζε...»

Μετάφραση: Έλενα Τσουκαλά
Εκδόσεις: IntroBooks 1997