Tuesday, September 29, 2015

Oranges Are Not The Only Fruit - Jeanette Winterson

"...Everyone, at some point in their life, must choose whether to stay with a ready-made world that may be safe but which is also limiting, or to push forward, often past the frontiers of commonsense, into a personal place, unknown and untried..."

"...What could I do? My needlework teacher suffered from a problem of vision. She recognized things according to expectation and environment. If you were in a particular place, you expected to see particular things. Sheep and hills, sea and fish; if there was an elephant in the supermarket, she'd either not see it at all, or call it Mrs Jones and talk about fishcakes. But most likely, she'd do what most people do when confronted with something they don't understand: Panic..." 

"...It was Spring, the ground still had traces of snow, and I was about to get married. My dress was pure white and I had a golden crown. As I walked up the aisle the crown got heavier and heavier and the dress more and more difficult to walk in. I thought everyone would point at me, but no one noticed.
  Somehow I made it to the altar. The priest was very fat and kept getting fatter, like bubble gum you blow. Finally we came to the moment, 'You may kiss the bride.' My new husband turned to me, and here were a number of possibilities. Sometimes he was blind, sometimes a pig, sometimes my mother, sometimes the man from the post office, and once, just a suit of clothes with nothing inside. I told my mother about it, and she said it was because I ate sardines for supper. The next night I ate sausages, but I still had the dream.
  There was a woman in our street who told us all she had married a pig. I asked her why she did it, and she said 'You never know until it's too late.'"

"...In the library I felt better, words you could trust and look at till you understand them, they couldn't change half way through a sentence like people, so it was easier to spot a lie."

"...Everyone who tells a story tells it differently, just to remind us that everybody sees it differently..."

"...People do go back, but they don't survive, because two realities are claiming them at the same time. Such things are too much. You can salt your heart, or kill your heart, or you can choose between the two realities. There is much pain here. Some people think you can have your cake and eat it. The cake goes mouldy and they choke on what's left. Going back after a long time will make you mad, because the people you left behind do not like to think of you changed, will treat you as they always did, accuse you of being indifferent, when you are only different."

"...Time is a great deadener; people forget, get bored, grow old, go away. She said that not much had happened between us anyway, historically speaking. But history is a string full of knots, the best you can do is admire it, and maybe knot it up a bit more. History is a hammock for swinging and a game for playing. A cat's cradle. She said those sorts of feelings were dead, the feelings she once had for me. There is a certain seductiveness about dead things. You can ill treat, alter and recolour what's dead. It won't complain. Then she laughed and said we probably saw what had happened very differently anyway..."

Vintage Books, London 2001  

Friday, September 25, 2015

The Sleeper and the Spindle - Neil Gaiman

"...Once in the city, the sheer numbers of people made them uncomfortable. There were sleeping riders on sleeping horses; sleeping cabmen up on still carriages that held sleeping passengers; sleeping children clutching their balls and hoops and the whips of their spinning tops; sleeping flower women at their stalls of brown, rotten, dried flowers; even sleeping fishmongers beside their marble slabs. The slabs were covered with the remains of stinking fish, and they were crawling with maggots. The rustle and movement of the maggots was the only movement and noise the queen and the dwarfs encountered..."

"...The sleepers moved towards the dwarfs and the queen. They were easy for the dwarfs to outrun, easy for the queen to outwalk. And yet, and yet, there were so many of them. Each street they came to was filled with sleepers, cobweb-shrouded, eyes tight closed or eyes open and rolled back in their heads showing only the whites, all of them shuffling sleepily forwards..."

"...'We had been led to believe,' said the tallest dwarf, 'that when you woke, the rest of the world would wake with you.'
'Why ever would you think that?' asked the golden-haired girl, all childlike and innocent (ah, but her eyes! Her eyes were so old). 'I like them asleep. They are more... biddable.' She stopped for a moment. Then she grinned. 'Even now they come for you. I have called them here.'..."

"...There are choices, she thought, when she had sat long enough. There are always choices.
She made one.
The queen began to walk, and the dwarfs followed her..."


Sunday, September 20, 2015

Θάνατος Στη Βενετία - Τόμας Μαν

«...Ποιος δε θά 'χε να πολεμήσει μια φευγαλέα ανατριχίλα, έναν κρύο φόβο κι αγωνία, μπαίνοντας για πρώτη φορά, ή μετά από πολλά χρόνια, σε μια βενετσιάνικη γόνδολα; Το παράξενο σκάφος, αναλλοίωτο από παλιές θρυλικές εποχές και τόσο χαρακτηριστικά μαύρο όπως τίποτα στον κόσμο εκτός απ'το φέρετρο - θυμίζει αθόρυβες εγκληματικές περιπέτειες νύχτας βροχερής, κι ακόμη πιο πολύ θυμίζει τον ίδιο το θάνατο, τον τάφο, νεκρική τελετή και το τελευταίο σιωπηλό ταξίδι. Πρόσεξε κανείς άραγε ποτέ πως το κάθισμα μιας τέτοιας βάρκας, αυτή η πολυθρόνα με τα μπράτσα, βαμμένη με μαύρη λάκα σαν φέρετρο, ντυμένη με μουντό μαύρο ύφασμα είναι το πιο μαλακό, πλούσιο κι αναπαυτικό κάθισμα του κόσμου;»

«...Ο άνθρωπος που ζει μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή, βιώνει τις εμπειρίες του πιο συγκεχυμένα και ταυτόχρονα πιο έντονα απ' ό,τι ο εξωστρεφής, οι σκέψεις του είναι πιο βαριές, πιο παράξενες, και ποτέ δίχως μια απαλή απόχρωση θλίψης...»

«...Η μοναξιά γεννά μέσα μας το πρωτότυπο, το τολμηρό, το παράξενα ωραίο, το ποίημα. Όμως, η μοναξιά γεννά και το αντίθετο, το διεστραμμένο, το παράλογο κι ανεπίτρεπτο...»

«...Κάθε μέρα τώρα, ο θεός με τα φλογισμένα μάγουλα οδηγούσε γυμνός το τέθριππο άρμα του στις κάμαρες τ' ουρανού, τα άτια του έβγαζαν πύρινους αχνούς και οι χρυσαφένιες του μπούκλες κυμάτιζαν στον ανατολικό άνεμο που σηκωνόταν στο πέρασμά του...»

«...Ένιωθε τότε σαν νά 'χε μεταφερθεί στα Ηλίσια πεδία, στην άκρη της γης, όπου είναι χαρισμένη στους ανθρώπους η πιο αμέριμνη ζωή, δίχως χιόνια και χειμώνες ούτε θύελλες και νεροποντές, μονάχα ο Ωκεανός στέλνει εκεί αδιάκοπα την απαλή και δροσερή πνοή του κι οι μέρες κυλούν σε μακάρια σχόλη, δίχως μόχθο κι αγώνες, αφιερωμένες ολόκληρες στον ήλιο και τις γιορτές του...»

«...Ο έρωτας, πράγματι, συναγωνίστηκε τους μαθηματικούς που δείχνουν στα λιγότερο ικανά παιδιά απτές εικόνες των αφηρημένων μορφών. Το ίδιο και ο Θεός, για να μας κάνει ορατό το πνεύμα, χρησιμοποίησε τη μορφή και το χρώμα της ανθρώπινης νιότης σαν όργανο της μνήμης, στολίζοντάς τη με όλη τη λάμψη της ομορφιάς, κι εμείς φλεγόμαστε από πόνο κι ελπίδα στη θέα της...»

«...αυτός που αγαπάει είναι πιο θεϊκός από κείνον που αγαπιέται, γιατί μέσα του υπάρχει ο Θεός, που δεν υπάρχει στον άλλον...»

Μετάφραση: Κλαίρη Τρικεριώτη
Εκδόσεις: γράμματα 1990     

Sunday, September 6, 2015

Μακμπέθ - Ουίλλιαμ Σαίξπηρ


Πες μου, ήταν προδότης ο μπαμπάς;

Ναι, ήτανε.

Και τι πάει να πει προδότης;

Αυτός που ορκίζεται και δεν κρατάει τον λόγο του.

Κι όποιος το κάνει αυτό είναι προδότης;

Είναι προδότης και πρέπει να τον κρεμάνε.

Και πρέπει να τους κρεμάνε όλους που ορκίζονται 
και δεν κρατάν τον όρκο τους;


Ποιος πρέπει να τους κρεμάει;

Μα, οι τίμιοι.

Δηλαδή, όσοι δεν κρατάνε τον όρκο τους είναι βλάκες! Γιατί είναι τόσοι πολλοί που θα μπορούσαν να τσακίσουνε τους τίμιους στο ξύλο και να τους κρεμάσουν αυτοί.»


...Το αύριο, που φέρνει το άλλο αύριο: σέρνονται αργά, 
βήμα το βήμα, μέρα τη μέρα, ως την εσχάτη συλλαβή 
του χρόνου που θα καταγραφεί. Και όλα τα δικά μας Χθες 
φωτίσανε πολλών ανόητων θνητών τον δρόμο προς τον θάνατο 
και την ανωνυμία της σκόνης. Σβήσε, σβήσε, βραχύβιο φως! 
Η ζωή, μια σκιά περιπλανώμενη, ένας καημένος θεατρίνος
που όσο κρατάει ο ρόλος του φωνάζει στη σκηνή
και καμαρώνει: αλλά μετά δεν ξανακούγεται ποτέ!
Η ζωή, ένα παραμύθι που το διηγείται ηλίθιος,
ένας μύθος γεμάτος μανία και παραφορά, χωρίς κανένα νόημα!»

Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές
Εκδόσεις: ΚΕΔΡΟΣ 2007

Saturday, September 5, 2015

Ο 13ος Επιβάτης - Γιάννης Μαρής

«...Ήταν κι αυτή μια μικρή ιστορία της Κατοχής. Όπως εξηγούσε στη διαθήκη του, το σαπιοκάραβο με το οποίο είχε δοκιμάσει να το σκάσει από την Ελλάδα είχε βουλιάξει στ' ανοιχτά της Χίου. Σε μια σχεδία σώθηκαν οχτώ άνθρωποι - εκείνος κι άλλοι εφτά. Πέρασαν τρία τραγικά μερόνυχτα στο πέλαγος, ώς τη στιγμή που τους μάζεψε ένα χιώτικο ψαροκάικο. Από τη Χίο εκείνος πέρασε απέναντι στην Τουρκία και οι άλλοι γύρισαν στις δουλειές τους. Σ' αυτούς τους εφτά συντρόφους των εβδομήντα δύο ωρών της αγωνίας - ή στους άμεσους κληρονόμους τους - άφηνε ο περίεργος εκατομμυριούχος την περιουσία του.
 Ο δικηγόρος Πυλαρινός διάβαζε παραξενεμένος το γράμμα του συναδέλφου του. Ποια επεξεργασία είχε γίνει στην ψυχή αυτού του Αμπάζογλου, ώστε να θυμηθεί, όταν αντιμετώπισε το ενδεχόμενο του θανάτου, τους εφτά συντρόφους του του ναυαγίου; Δεντους είχε γράψει ποτέ, δεν τους είχε στείλει ούτε ένα δώρο, δεν έδειξε ποτέ πως υπήρχαν γι' αυτόν. Και τώρα;
Μισούσε τόσο πολύ την κοινωνία ή τους συγγενείς του - αν είχε - ώστε να είναι αυτοί οι άνθρωποι το μόνο που είχε να θυμηθεί με συγκίνηση ή ήταν από εκείνους τους τύπους που θέλουν να τελειώνουν τη ζωή τους με ένα αστείο;»

«...Αυτοί που έχουν τον παρά έχουν δικαίωμα να είναι και λοξάτοι.»

«...Ο αστυνομικός του έριξε το βλέμμα που ρίχνει ένας ειδικός σε έναν που μιλά για πράγματα που τα αγνοεί. Για τον ίδιον αυτή η απόδραση δεν ήταν καθόλου "ομολογία ενοχής". Η φυλακή πανικοβάλλει περισσότερο τον αθώο από τον ένοχο. Ένας κρατούμενος, που τον κατηγορούν με επιμονή, δεν αντέχει στον πειρασμό μιας πόρτας που βρίσκεται ανοιχτή μπροστά του...»

«...Στην πλοκή χρησιμοποιεί συχνά το τέχνασμα της πλαστοπροσωπίας, κάποιος που παίρνει τα χαρακτηριστικά και την ταυτότητα άλλου ή έρχεται από το σκοτεινό παρελθόν. Αρκετές φορές ο φονιάς είναι γυναίκα...»

«...Στον Μαρή η αστυνομική πλοκή εξυπηρετεί πρωτίστως την ψυχαγωγία του αναγνώστη, αλλά και το ξάφνιασμά του, καθώς ο προβλέψιμος κόσμος του μελοδράματος γεμίζει ζιγκολό, μαιτρέσσες, δολοπλόκους και πτώματα και γίνεται αφορμή να αφηγηθεί μια ιστορία με "αθηναϊκά", συνήθως, χαρακτηριστικά και να αναπαραστήσει γλαφυρά χαρακτήρες, περιβάλλον και ανθρώπινες σχέσεις. Έτσι στον Μαρή αποτυπώνονται πολλές πτυχές της μεταπολεμικής Ελλάδας, ρεαλιστικές περιγραφές κοινωνικών τύπων, μικροαστικές εμμονές και ερωτικά απωθημένα που απουσιάζουν από τη "σοβαρή" λογοτεχνία της περιόδου...»

Εκδόσεις Άγρα, Ιούνιος 2012