Wednesday, August 1, 2012

Ο Δρόμος των Δακρύων - Χόρχε Μπουκάι

«...Να σου πω μια ιστορία:
 Ήταν μια φορά ένας ορειβάτης και επιχειρούσε μια πολύ δύσκολη αναρρίχηση σε ένα βουνό με έντονη χιονόπτωση. Πέρασε τη νύχτα μαζί με άλλους στο καταφύγιο. Το πρωί το χιόνι έχει σκεπάσει για τα καλά το βουνό, πράγμα που κάνει την αναρρίχηση ακόμη πιο δύσκολη. Δεν θέλει, όμως, να γυρίσει πίσω, κι έτσι, όπως μπορεί, με μεγάλη προσπάθεια και θάρρος, συνεχίζει την αναρρίχηση, σκαρφαλώνει στο απόκρημνο βουνό. Μέχρι που κάποια στιγμή, ίσως από κακό υπολογισμό, ίσως γιατί η κατάσταση ήταν πραγματικά δύσκολη, πάει να στερεώσει στον πάσσαλο το σχοινί ασφαλείας και του γλιστράει ο γάντζος. Ο ορειβάτης γκρεμίζεται... αρχίζει να κατρακυλάει στο βουνό χτυπώντας άγρια στα βράχια ενώ το χιόνι πέφτει πυκνό...
Από μπροστά του βλέπει να περνάει όλη του η ζωή. Κλείνει τα μάτια περιμένοντας το χειρότερο, και ξαφνικά, νιώθει στο πρόσωπό του ένα χτύπημα από σχοινί. Χωρίς καθόλου να σκεφτεί, πιάνεται από το σχοινί με μια ενστικτώδη κίνηση. Ποιος ξέρει... Το σχοινί αυτό μπορεί να έμεινε εκεί κρεμασμένο από κάποιον πάσσαλο... κι αν είναι έτσι, θα μπορέσει να τον κρατήσει και να σταματήσει την πτώση του.
Κοιτάζει προς τα πάνω, αλλά το μόνο που βλέπει είναι η χιονοθύελλα και το πυκνό χιόνι που πέφτει πάνω του. Τα δευτερόλεπτα μοιάζουν αιώνες σ' αυτό το κατρακύλισμα που γίνεται όλο και πιο γρήγορο και μοιάζει να μην τελειώνει... Ξαφνικά, το σχοινί τινάζεται και νιώθει αντίσταση. Ο ορειβάτης δε βλέπει τίποτε, ξέρει όμως ότι προς το παρόν έχει σωθεί. Το χιόνι πέφτει ασταμάτητα, κι αυτός εκεί, δεμένος με το σχοινί, μέσα στο φοβερό κρύο, κρεμασμένος από ένα κομμάτι λινάρι, που τον κρατάει για να μην τσακιστεί πέφτοντας στη χαράδρα ανάμεσα στα βουνά.
Προσπαθεί να δει τι υπάρχει γύρω του, αλλά μάταια, δεν ξεχωρίζει τίποτε. Φωνάζει δυο-τρεις φορές, αλλά καταλαβαίνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τον ακούσει κανείς. Η πιθανότητα να σωθεί είναι απειροελάχιστη. Και να δουν ότι λείπει, δε θα μπορέσει κανείς ν' ανέβει να ψάξει γι' αυτόν πριν σταματήσει η χιονοθύελα, αλλά και τότε ακόμη, πώς να ξέρουν ότι βρίσκεται κρεμασμένος στο γκρεμό;
Αντιλαμβάνεται πως αν δεν κάνει κάτι γρήγορα, αυτό θα είναι το τέλος του.
Όμως, τι να κάνει;
Θα μπορούσε ίσως να σκαρφαλώσει προς τα πάνω και να προσπαθήσει να φτάσει στο καταφύγιο, αμέσως όμως καταλαβαίνει πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Ξαφνικά, ακούει μια φωνή μέσα του που του λέει "λύσου!" Μπορεί να είναι η φωνή του Θεού, ή η φωνή της εσωτερικής του σοφίας, μπορεί όμως να είναι κάποιο κακό πνεύμα, ή παραίσθηση, ακούει πάντως τη φωνή να επιμένει "λύσου, λύσου!"
Σκέφτεται πως αν λυθεί αυτή τη στιγμή σίγουρα θα σκοτωθεί. Θα είναι ένας τρόπος για να τελειώσει το μαρτύριό του. Μπαίνει στον πειρασμό να επιλέξει το θάνατο για να σταματήσει να υποφέρει. Σαν απάντηση όμως στη φωνή δένεται ακόμα πιο σφιχτά. Και η φωνή επιμένει "λύσου!"... Μη βασανίζεσαι άλλο, δεν έχει νόημα τόσος πόνος... "λύσου!" Εκείνος, όμως, δένεται ακόμη πιο σφιχτά, ενώ πολύ αποφασιστικά λέει μέσα του πως καμία φωνή δεν πρόκειται να τον πείσει να αφήσει αυτό που χωρίς αμφιβολία του έχει σώσει τη ζωή. Η σύγκρουση αυτή συνεχίζεται για ώρες, ο ορειβάτης όμως εξακολουθεί να είναι δεμένος μ' αυτό που νομίζει πως είναι η μοναδική του δυνατότητα να σωθεί.
Ο μύθος λέει ότι την άλλη μέρα η ομάδα διάσωσης βρήκε τον ορειβάτη μισοπεθαμένο. Η ζωή του κρεμόταν από μια κλωστή. Ακόμα λίγα λεπτά, και ο ορειβάτης θα είχε πεθάνει από το κρύο, παγωμένος, και, παραδόξως, δεμένος με το σχοινί του... σε απόσταση λιγότερο από ένα μέτρο από το έδαφος...»

Μετάφραση: Κωνσταντίνα Επισκοπούλου
Εκδόσεις: Οpera 2010

Friday, March 23, 2012

Το Δαιμόνιο - Γιώργος Θεοτοκάς

«...Το αυτοκίνητο σταμάτησε στο χωριουδάκι. Ο Ρωμύλος έτρεξε προς ένα σπίτι και χτύπησε δυνατά την πόρτα. Ήταν το σπίτι του φύλακα του Κάστρου που ήταν γνωστός του. Ο Ρωμύλος μπήκε μέσα, συζήτησε λίγη ώρα και γύρισε κουβαλώντας ένα πελώριο κλειδί.
"Πάμε!" πρόσταξε.
Ανεβήκαμε τον ανήφορο και περάσαμε την πέτρινη γέφυρα της τάφρου. Ο Ρωμύλος στάθηκε εμπρός στη σκουριασμένη πόρτα του Κάστρου και τη χτύπησε τρεις φορές με το κλειδί.
"Ανοίξτε!" φώναξε. "Ανοίξτε να περάσει ο θίασος του δουκός"!
Έχωσε το κλειδί στην κλειδαριά κι άνοιξε με κόπο. Οι στρόφιγγες της πόρτας έτριξαν βαριά. Προχωρήσαμε, μέσα στο σκοτάδι, σ' ένα σκεπαστό κι ανηφορικό διάδρομο. Ο Ρωμύλος έτρεξε μπροστά.
"Ευγενικοί άρχοντες και γλυκιές αρχόντισσες!" φώναξε με στόμφο. "Γενναίοι ιππότες και βιγλάτορες! Ήρθε ο θίασος του παινεμένου του δουκός μας να παίξει για το χατίρι σας και να σας διασκεδάσει. Ελάτε όλοι να μας θαυμάσετε και να γελάσετε και να θρηνήσετε, γιατί τα έργα μας είναι σαν τη ζωή, γεμάτα πάθη και τραγικότητα και χαρά και χάχανα και χίλιες δυο κοροϊδίες. Ελάτε να δείτε το μεγάλο έρωτα του ωραίου Ρωμύλου και της υπέροχης Ιουλιέτας και τα τρελά καμώματα του Πακ στο δάσος της Αθήνας κι όλα τα όνειρα της καλοκαιρινής νυχτιάς! Ελάτε να απολαύσετε! Ελάτε να διδαχτείτε! Ελάτε να συγκινηθείτε και να εξυψωθείτε!"
Άκουσα μια νυχτερίδα που βροντούσε τα φτερά της στις κάμαρες. Στην άκρη του διαδρόμου, η νύχτα έλαμπε πάλλευκη και μυστηριακή...»

«...Περάσαμε το σκοτεινό διάδρομο και βγήκαμε στην εσωτερική πλατεία του Κάστρου, όπου βρίσκεται το σπίτι του δουκός, ολόρθο, ανάμεσα στα χαλάσματα. Αριστερά μας ήταν ο γκρεμνός. Κάτω απλωνότανε ο κάμπος, σπαρμένος μικροσκοπικά χωριά, βουβός και θαμπός στο σεληνόφως. Πιο πέρα, ολόγυρα, ήταν η θάλασσα, αστραφτερή.
Η πανσέληνος αρμένιζε ελεύθερα στον κατακάθαρο ουρανό και πρόσδιδε στο καθετί που άγγιζε με το γαλατένιο φως της ένα ύφος ανάλαφρο, φευγαλέο και εξωτικό. Προς το κέντρο του Κάστρου, οι ίσκιοι των νέων δέντρων σχημάτιζαν ένα πυκνό άλσος, σκοτεινό, αιθέριο, γεμάτο δροσιά και μυστικούς ψιθυρισμούς. Μας καλούσαν, αλλά και μας φόβιζαν λιγάκι. Έτσι καθώς σπαρταρούσαν και καθώς θρόιζαν ανάμεσα στους παλαιικούς και γκρεμισμένους τοίχους, ήταν σαν μια οπτασία, σαν καμιά συντροφιά νεανικά και καλόβολα φαντάσματα που βγήκανε να πάρουν τον αέρα τους στα σύνορα της χώρας των νεκρών. Ψηλότερα από τα δέντρα, οι επάλξεις διαγράφανε μια μαύρη ξεσκισμένη δαντέλα που ξεχώριζε σκληρά απάνω στο αργυρό στερέωμα.
Η Ιφιγένεια έδειξε τα δέντρα στον Μάρτιν.
"Τι δάσος μπορεί να είναι αυτό;" ρώτησε.
"Είναι το δάσος του Midsummer night's dream ή του As You Like It

Ειδική έκδοση για την εφημερίδα "Tο Βήμα" 2012
Σειρά: Κορυφαίοι Έλληνες Πεζογράφοι του 20ου αιώνα
Επιμέλεια σειράς: Ελένη Κεχαγιόγλου

Saturday, March 10, 2012

M is for Magic, by Neil Gaiman


From: "October in the Chair"
"...They squeezed through a huge iron gateway, rusted part open, part closed, and the were in the little meadow at the bottom of the slope.
'This place is cool,' said the Runt.
There were dozens of stones of all sizes in the small meadow. Tall stones, bigger than either of the boys, and small ones, just the right size for sitting on. There were some broken stones. The Runt knew what sort of place this was, but it did not scare him. It was a loved place..."

"...'How did you die?' asked the Runt.
'I got sick,' said Dearly. 'My maw cried and carried on something fierce. Then I died.'
'If I stayed here with you,' said the Runt, 'would I have to be dead, too?'
'Maybe,' said Dearly. 'Well, yeah. I guess.'
'What's it like? Being dead?'
'I don't mind it,' admitted Dearly. 'Worst thing is not having anyone to play with.'
'But there must be lots of people up in that meadow,' said the Runt. 'Don't they ever play with you?'
'Nope,' said Dearly. Mostly, they sleep. And even when they walk, they can't be bothered to just go and see stuff and do things. They can't be bothered with me. You see that tree?'
It was a beech tree, its smooth gray bark cracked with age. It sat in what once must have been the town square, ninety years before.
'Yeah,' said the Runt.
'You want to climb it?'
'It looks kind of high.'
'It is. Real high. But it's easy to climb. I'll show you.'
It was easy to climb. There were handholds in the bark, and the boys went up the big beech like a couple of monkeys or pirates or warriors. From the top of the tree one could see the whole world. The sky was starting to lighten, just a hair, in the east.
Everything waited. The night was ending. The world was holding its breath, preparing to begin again.
'This was the best day I ever had,' said the Runt.
'Me, too," said Dearly..."

I N S T R U C T I O N S

"Touch the wooden gate in the wall you never saw before,
Say 'please' before you open the latch,
go through,
walk down the path.
A red metal imp hangs from the green painted front door,
as a knocker,
do not touch it; it will bite your fingers.
Walk through the house. Take nothing. Eat nothing.
However,
if any creature tells you that it hungers,
feed it.
If it tells you that it is dirty,
clean it.
If it cries to you that it hurts,
if you can,
ease its pain.
From the back garden you will be able to see the wild wood.
The deep well you walk past leads down to Winter's realm;
there is another land at the bottom of it.
If you turn around here,
you can walk back, safely;
you will lose no face. I will think no less of you.

Once through the garden you will be in the wood.
The trees are old. Eyes peer from the undergrowth.
Beneath the twisted oak sits an old woman.
She may ask for something;
give it to her.
She will point the way to the castle.
Inside it are three princesses.
Do not trust the youngest. Walk on.
In the clearing beyond the castle
the twelve months sit about a fire,
warming their feet, exchanging tales.
They may do favors for you, if you are polite.
You may pick strawberries in December's frost.
Trust the wolves, but do not tell them 
where you are going.
The river can be crossed by the ferry. 
The ferryman will take you
(The answer to his question is this:
If he hands the oar to his passenger, 
he will be free to leave the boat.
Only tell him this from a safe distance.)

If an eagle gives you a feather, keep it safe.
Remember: that giants sleep too soundly;
that witches are often betrayed by their appetites;
dragons have one soft spot, somewhere, always;
hearts can be well hidden,
and you betray them with your tongue.
Do not be jealous of your sister:
know that diamonds and roses
are as uncomfortable when they tumble 
from ones lips as toads and frogs:
colder, too, and sharper, and they cut.

Remember your name.
Do not lose hope - what you seek will be found.
Trust ghosts. Trust those that you have
helped to help you in their turn.
Trust dreams.
Trust your heart, and trust your story.

When you come back, return the way you came.
Favors will be returned, debts be repaid.
Do not forget your manners.
Do not look back.
Ride the wise eagle (you shall not fall)
Ride the silver fish (you will not drown)
Ride the gray wolf (hold tightly to his fur)

There is a worm at the heart of the tower;
that is why it will not stand.

When you reach the little house, 
the place your journey started,
you will recognize it,
although it will seem
much smaller than you remember.
Walk up the path, and through the garden gate
you never say before but once.
And then go home. Or make a home.

Or rest."

Wednesday, October 5, 2011

Ο Ιδιωτικός Βίος του Μάξουελ Σιμ - Τζόναθαν Κόου

«...Με την Έμα όμως ήταν αλλιώς. Εκείνη δεν έλεγε τίποτα στην αρχή. Η μόνη ένδειξη πως είχε αντιληφθεί την απόφασή μου ήταν ένα μήνυμα στην οθόνη, που έλεγε "Υπολογισμός διαδρομής". Μετά από μερικά δευτερόλεπτα, η φωνή ξανακούστηκε. Ο τόνος της δεν είχε αλλάξει καθόλου. Παρέμενε ήρεμος, μετρημένος. Απόλυτα απτόητος από τη μικρή μου ανταρσία. "Προχωρήστε περίπου τρεισήμισι χιλιόμετρα στον ίδιο δρόμο", είπε. Αυτό ήταν. Ούτε διαφωνίες ούτε σαρκασμοί ούτε ερωτήσεις. Αποδεχόταν την εξουσία μου και ανταποκρινόταν αναλόγως. Θεέ μου - πόσο εύκολη θα ήταν η ζωή μου αν συμπεριφερόταν κι η Κάρολαϊν λίγο πιο συχνά έτσι! Είχα ήδη αρχίσει να σκέφτομαι πως στην Έμα είχα βρει σχεδόν την τέλεια σύντροφο. Πάτησα το κουμπί "Χάρτης" μόνο και μόνο για να την ακούσω να το λέει ξανά. 
- Προχωρήστε περίπου τρεισήμισι χιλιόμετρα στον ίδιο δρόμο.
Τι ωραίο. Μου άρεσε τόσο πολύ η παύση που έκανε μετά τη λέξη "χιλιόμετρα". Το πρόφερε σαν να ήταν στίχος από ποίημα...»

«...Το βλέμα της έπεσε για μια στιγμή στο γαλάζιο ντοσιέ που είχα στα πόδια μου. "Το βρήκες, λοιπόν, αυτό που έψαχνες;"
"Το βρήκα. Νομίζω πως είναι κάτι ποιήματα του πατέρα μου και τέτοια. Προφανώς έχει χάσει το άλλο αντίγραφο, και τώρα αυτό εδώ είναι το μοναδικό που υπάρχει". Το ξεφύλλισα στα γρήγορα και είδα ότι ήταν χωρισμένο σε δύο τμήματα: το ένα γραμμένο σε στίχους και το άλλο σε πεζό λόγο. "Δεν ξέρω γιατί είναι τόσο σημαντικό. Αλλά μάλλον θα πρέπει να το φυλάξω. Περίεργος τίτλος", πρόσθεσα κοιτώντας την πρώτη σελίδα. "Δύο ντουέτα".
"Χμμ, κατάλαβα", είπε η μις Έριθ. "Το μισό του Έλιοτ".
"Το μισό του Έλιοτ;"
"Του Τ. Σ. Έλιοτ. Τον έχεις ακουστά, έτσι δεν είναι;"
"Και βέβαια τον έχω ακουστά", είπα με τόνο αμυντικό. Και πρόσθεσα, για να μην αφήσω καμιά αμφιβολία πως είχα το σωστό πρόσωπο κατά νου: "Αυτός που έγραψε τους στίχους για τις Γάτες, έτσι;"
"Το πιο διάσημο ποίημά του είναι τα Τέσσερα κουαρτέτα", είπε η μις Έριθ. "Δεν τα έχεις διαβάσει;"
Κούνησα το κεφάλι. "Τι λένε;"...»
«...Άλλο ένα μοναχικό γεύμα, άλλος ένας σταθμός εξυπηρέτησης σε αυτοκινητόδρομο, άλλο ένα πανίνο. Αυτή τη φορά, μανιτάρια, προσούτο και πράσινη σαλάτα.
Σταθμός εξυπηρέτησης Άμπινγκτον. Ένα Ευχάριστο Διάλειμμα. Τι να κάνω - μ' αρέσουν αυτά τα μέρη. Εκεί νιώθω σαν στο σπίτι μου. Μου άρεσαν οι καρέκλες από σκούρο ξύλο και τα τραπέζια από ξανθό ξύλο, αυτό το στυλ Habitat, που θυμίζει πολύ δεκαετία του '90. Μου άρεσαν οι δύο μεγάλες γιούκες ανάμεσα στα τραπέζια. Μου άρεσε ο εξωτερικός χώρος με τα τραπέζια, οι κλειστές ομπρέλες του ήλιου που ανέμιζαν στο υγρό αεράκι της μέρας. Μου άρεσε που εδώ, στη μέση μιας τόσο εντυπωσιακής υπαίθρου, κάποιος σχεδίασε και κατασκεύασε αυτή τη μικρή όαση αστικής κοινοτοπίας. Μου άρεσε η ευχαρίστηση και η προσδοκία στα πρόσωπα των ανθρώπων την ώρα που έπαιρναν τους δίσκους με την πίτσα και το ψάρι με τις τηγανητές πατάτες από τον πάγκο του "Κόφι Πρίμο", με τη βεβαιότητα πως επρόκειτο να απολαύσουν ένα σπουδαίο φαγοπότι. Τέτοια μέρη μ' αρέσουν. Σε τέτοια μέρη νιώθω άνετα...»

Μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις: Πόλις

Tuesday, June 21, 2011

Για Μια Χούφτα Βινύλια - Χίλντα Παπαδημητρίου

«...Με φωνάζουνε Νεκροθάφτη. Ξέρεις γιατί; Γιατί έχω επινοήσει ένα δικό μου σύστημα αρχειοθέτησης των δίσκων. Ανάλογα με το πόσα νεκρά μέλη έχει το κάθε συγκρότημα. Σε άλλο ράφι βάζω τα συγκροτήματα με έναν πεθαμένο μουσικό, σε άλλο ράφι με δύο, σε άλλο με τρία. Αλλά έχω ένα πρόβλημα. Όλο πεθαίνουν κι άλλα μέλη των συγκροτημάτων, και αναγκάζομαι να τους αλλάζω θέση...»

«...Βλέποντας ότι το ασανσέρ βρισκόταν στους πάνω ορόφους, ο Χάρης άρχισε να ανεβαίνει τρέχοντας τα σκαλοπάτια. Τον ακολουθούσε η Σόνια, η οποία σταματούσε κάθε τόσο για να πάρει ανάσα, σαν να είχε αποκάμει τελείως. Καλά εγώ, σκέφτηκε ο Χάρης λαχανιασμένος, είμαι πάνω από 105 κιλά και αγύμναστος. Αυτή, που ασχολείται με τη γιόγκα και σκαρφαλώνει συνέχεια στα κατσάβραχα, πώς κάνει έτσι;...»

«...Φτάνοντας στον τρίτο, είδε την πόρτα του μικρού τριαριού να χάσκει ορθάνοιχτη όπως πάντα. Όρμησε μέσα, ενώ το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς, συνδυάζοντας γεγονότα. Μόνο να τον προλάβω. Δεν δείχνει για τύπος που αυτοκτονεί, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Α, ρε Φώντα, γαμώτο.
Έτρεξε από δωμάτιο σε δωμάτιο, και στη μικρή κρεβατοκάμαρα είδε την μπαλκονόπορτα ανοιχτή. Πετάχτηκε στο μπαλκόνι. Ήταν άδειο. Κοίταξε τον δρόμο από κάτω με τρόμο. Τίποτα. Απορημένος ξαναμπήκε στο διαμέρισμα και βρέθηκε φάτσα με φάτσα με τη Σόνια.
"Πού είναι;" τον ρώτησε με αγωνία. "Τον βλέπεις; Μήπως πήδηξε στο διπλανό μπαλκόνι;"
"Τι λες, ρε Σόνια; Πώς γίνεται να πηδήξει ο Φώντας στο διπλανό μπαλκόνι; Γάτος είναι;"
"Ποιος Φώντας;" έβαλε εκείνη τα γέλια. "Για τον Άχαμπ σού μιλάω τόση ώρα. Τον είχα βγάλει από το καλαθάκι του, κι αυτός πήγε στο μπαλκόνι...»

«...Τι ωραία θα ήταν να είχε έναν κολλητό, όπως ο Τζον είχε τον Πολ, και οι δυο μαζί τον Τζορτζ και τον Ρίνγκο. Να είχε έναν φίλο να του διηγηθεί τη φιλία του με τη Μαρίτα και να τον ρωτήσει τη γνώμη του, τι έπρεπε να κάνει...»

Εκδόσεις: Μεταίχμιο 2011

Tuesday, March 29, 2011

Η Τζούλιετ Γυμνή - Nick Hornby

«...Ο Ντάνκαν δεν είχε νιώσει ποτέ λαχτάρα για αλλαγή, όπως τα δυο διπλανά κομμάτια ενός παζλ δε νιώθουν ποτέ λαχτάρα να αλλάξουν θέση - απ' όσο μπορούμε να ξέρουμε, τουλάχιστον. Αν τώρα, έτσι για να κάνουμε κουβέντα, φανταζόμασταν ότι τα κομμάτια του παζλ έχουν σκέψεις και συναισθήματα, τότε ίσως τα ακούγαμε να μονολογούν, "Εγώ θα μείνω εδώ. Πού να τρέχω τώρα;" Κι αν ένα άλλο κομματάκι ερχόταν και κουνούσε τις ακρούλες του προκλητικά, προσπαθώντας να δελεάσει το ένα κομματάκι, εκείνο δε θα δυσκολευόταν να αντισταθεί στον πειρασμό. "Κοίτα", θα έλεγε το κομματάκι που ήταν αντικείμενο του πόθου, "εσύ είσαι ένα κομματάκι από τηλεφωνικό θάλαμο, κι εγώ είμαι ένα κομματάκι από το πρόσωπο της Μαρίας, της βασίλισσας της Σκοτίας. Δε θα κολλάγαμε". Και το πράγμα θα τέλειωνε εκεί.
Τώρα όμως ο Ντάνκαν είχε αρχίσει να αναρωτιέται αν η παρομοίωση με το παζλ ταίριαζε στις σχέσεις ανδρών και γυναικών, τελικά. Δε λάμβανε υπόψη της την αναθεματισμένη ξεροκεφαλιά των ανθρωπίνων όντων, την αποφασιστικότητά τους να κολλήσουν στον άλλον ακόμα κι όταν δεν ταιριάζουν. Δεν τους πειράζει να πιεστούν για να ταιριάξουν τις παράταιρες γωνίες τους, ούτε δίνουν δεκάρα για τη διαφορά των τηλεφωνικών θαλάμων και τη Μαρία, τη βασίλισσα της Σκοτίας. Δεν τους προκαλεί ενδιαφέρον το ιδανικό και λογικό ταίριασμα, αλλά τα μάτια, το στόμα, το χαμόγελο, το μυαλό, το στήθος, το στέρνο και τα οπίσθια του άλλου, η εξυπνάδα, η καλοσύνη, η χάρη, ο ρομαντισμός, κι ένα σωρό άλλα πράγματα που δεν έχουν καμία σχέση με το φτιάξιμο ενός σωστού παζλ...»

«...Η Άννι όμως κοιτούσε πάντοτε μια γυναίκα προς τα δεξιά, γονατισμένη στο χώμα, η οποία έφτιαχνε το καμπαναριό μιας εκκλησίας. Φορούσε κάτι που έμοιαζε με κανονικό μακρύ παλτό κι ένα κινέζικο καπέλο, που την έκανε να μοιάζει κακομοίρα, σαν φτωχή γριά αγρότισσα από τον πόλεμο του Βιετνάμ. Κάθε φορά που η Άννι κοιτούσε τη φωτογραφία, σκεφτόταν. Είσαι νεκρή πια. Θα ήθελες να μην είχες σπαταλήσει το χρόνο σου φτιάχνοντας κάστρα στην άμμο; Θα ήθελες να έχεις πει, Να πάνε να γαμηθούνε όλοι, και να είχες βγάλει το παλτό σου για να λιαστείς; Βρισκόμαστε σ' αυτόν τον κόσμο για πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Γιατί να σπαταλήσουμε ένα μέρος του χτίζοντας πύργους στην άμμο;»

«...Ο Ντίκενς είναι ο κατεξοχήν τύπος που, κοιτάζοντας τη ζωή του, μπορείς να πεις με σιγουριά: να ένας άνθρωπος που δε σπατάλησε ούτε λεπτό. Συμβαίνει συχνά αυτό, έτσι δεν είναι; Κάποιοι άνθρωποι να έλκονται από το αντίθετό τους;
Αλλά δε βρίσκεις πολλούς ανθρώπους σαν το Γερο-Ντίκενς. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν κάνουν δουλειές που αντέχουν στο χρόνο. Πουλάνε κρικάκια για κουρτίνες μπάνιου, σαν τον τύπο που παίζει ο Τζον Κάντυ σ' εκείνη την ταινία. (Τα κρικάκια, φυσικά, αντέχουν στο χρόνο. Αλλά δε νομίζω ότι οι άνθρωποι θα αναφέρονται σ' αυτά ως έργο ζωής μετά το θάνατό σου.) Άρα, δεν είναι τόσο αυτό που κάνεις. Δεν μπορεί να είναι αυτό, δε συμφωνείς; Πρέπει να έχει σχέση με το τι λογής άνθρωπος είσαι, αν αγαπάς τους άλλους, με το πώς φέρεσαι στον εαυτό σου και στους γύρω σου...»

Μετάφραση: Χίλντα Παπαδημητρίου
Εκδόσεις: Πατάκη

Monday, February 7, 2011

Το Κάστρο του Οτράντο - Horace Walpole

«...Σιωπή βασίλευε στα διαμερίσματα της Ιππολύτης. Αλλά ο μαρκήσιος δεν παραξενεύτηκε, γιατί νόμιζε ότι η πριγκίπισσα βρισκόταν στο προσευχητήριό της, όπως του είχε πει ο υπηρέτης. Προχώρησε. η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Το βράδυ σκοτεινό και συννεφιασμένο. Έσπρωξε μαλακά την πόρτα και τότε είδε κάποιον που ήταν γονατισμένος μπροστά στο βωμό. Πλησίασε αργά και τότε διαπίστωσε ότι δεν ήταν γυναίκα, αλλά κάποιος που φορούσε καλογερίστικο ράσο και του είχε γυρισμένη την πλάτη. Ο άνθρωπος έδειχνε να 'ναι βυθισμένος σε προσευχή. Ο μαρκήσιος ήταν έτοιμος να φύγει, όταν, ξαφνικά, η μορφή σηκώθηκε μένοντας για λίγο ακίνητη. Ο μαρκήσιος υπέθεσε ότι πρέπει να ήταν κάποιος ιερέας και θέλοντας να ζητήσει συγγνώμη για την ενόχληση, είπε: "Ζητώ συγγνώμη, ευσεβέστατε πατέρα, αλλά αναζητώ τη λαίδη Ιππολύτη". "Τη λαίδη Ιππολύτη;" είπε ο άγνωστος. "Γι' αυτό ήρθες στο κάστρο; Για τη λαίδη Ιππολύτη"; Και γύρισε αργά - αργά. Και τότε, ο Φρειδερίκος, με φρίκη, είδε να τον κοιτάζει μες απ' την κουκούλα του ράσου η νεκροκεφαλή ενός σκελετού. "Άγγελοι τ' ουρανού, βοηθήστε με", ψέλλισε κι οπισθοχώρησε. "Σου χρειάζεται η βοήθειά τους", απάντησε το φάντασμα. Ο Φρειδερίκος έπεσε στα γόνατα και ικέτεψε το φάντασμα να τον λυπηθεί. "Δε με θυμάσαι, λοιπόν, Φρειδερίκε;" ρώτησε το πνεύμα. "Δε θυμάσαι το δάσος της Ιόππης"; "Θεέ μου", φώναξε τρέμοντας ο Φρειδερίκος, "είσαι, είσαι ο ερημίτης. Καημένο πνεύμα, πες μου τι θέλεις να κάνω για να ξαναγαληνέψεις;" "Έτσι, λοιπόν", απάντησε το φάντασμα, "λευτερώθηκες απ' τη σκλαβιά των άπιστων για να υποδουλωθείς στις ηδονές της σάρκας, ε; Ξέχασες το θαμμένο ξίφος και το θέλημα τ' ουρανού, που είναι γραμμένο στη λεπίδα του;" "Όχι, όχι, ευλογημένο πνεύμα, δεν το ξέχασα", απάντησε ο Φρειδερίκος, "αλλά πες μου, τι άλλο απομένει να κάνω;" "Να ξεχάσεις τη Ματθίλδη", απάντησε το φάντασμα και χάθηκε...»
«...Το φεγγάρι μεσουρανούσε κι αυτός διάβασε στα λυπημένα πρόσωπα της συνοδείας εκείνο που φοβόταν. "Πέθανε;" ρώτησε με σπασμένη φωνή. Εκείνη τη στιγμή ένας κεραυνός τράνταξε συθέμελα το κάστρο. Η γης αναταράχτηκε. Ακούστηκε ο θόρυβος μιας υπερφυσικής πανοπλίας. Ο Φρειδερίκος κι ο Ιερώνυμος νόμισαν ότι είχε φτάσει η μέρα της Κρίσης, η Δευτέρα Παρουσία. Έτρεξαν έξω στην αυλή παίρνοντας μαζί τους και τον Θεόδωρο. Αλλά την ώρα που εμφανίστηκε αυτός, το τείχος πίσω από τον Μάνφρεντ γκρεμίστηκε σ' ερείπια. Τεράστια, γιγάντια, μες από τον κουρνιαχτό των χαλασμάτων, εμφανίστηκε η μορφή του Αλφόνσου. Με φωνή απόκοσμη είπε: "Αυτός, θνητοί, είναι ο αγαπημένος μου. Ο Θεόδωρος είναι ο πραγματικός κληρονόμος του Αλφόνσου". Μια εκκωφαντική βροντή συνόδεψε τα λόγια του φαντάσματος. Ύστερα, άρχισε να υψώνεται αργά στους ουρανούς. Τα σύννεφα άνοιξαν. Φάνηκε η φωτεινή μορφή του Αγίου Νικολάου, που υποδέχτηκε τη σκιά του Αλφόνσου. Αμέσως, μια υπερκόσμια λάμψη τύλιξε και τις δύο μορφές. Και την άλλη στιγμή χάθηκαν από τα μάτια των ανθρώπων...»

Μετάφραση: Μάκης Πανώριος - Παναγιώτης Σκάγιαννης
Εκδόσεις: Αίολος