Thursday, September 26, 2013

Μικρή Ιστορία του Κόσμου - E. H. Gombrich

«...Αφότου έχασαν πια την όποια πολιτική ισχύ διέθεταν, οι Έλληνες έγιναν φορείς της μεγαλύτερης πνευματικής δύναμης που υπήρξε ποτέ, της δύναμης που ονομάζουμε ελληνικό πνεύμα. Ξέρεις ποια ήταν τα φρούρια που προστάτευαν και συντηρούσαν αυτό τον πολιτισμό; Οι βιβλιοθήκες. Στην Αλεξάνδρεια π.χ. υπήρχε μια ελληνική βιβλιοθήκη που διέθετε 700.000 παπύρους. Αυτοί οι 700.000 πάπυροι ήταν οι Έλληνες στρατιώτες που ξεκίνησαν να κατακτήσουν τον κόσμο. Και αυτή η αυτοκρατορία υπάρχει μέχρι σήμερα...»

«...Το 202 οι Ρωμαίοι κατέλαβαν την Καρχηδόνα. Ανάγκασαν τους κατοίκους της να κάψουν όλο τους το στόλο και να τους καταβάλουν γενναία πολεμική αποζημίωση. Ο Αννίβας διέφυγε, και αργότερα προτίμησε να πάρει δηλητήριο παρά να πέσει στα χέρια των Ρωμαίων. Η Ρώμη έπειτα από αυτή τη νίκη έγινε τόσο ισχυρή, που κατέκτησε και την Ελλάδα, που ήταν ακόμα υπό την κυριαρχία των Μακεδόνων, αλλά ως συνήθως ήταν διασπασμένη και σε αιώνια διχόνοια. Οι Ρωμαίοι πήραν από την Κόρινθο τα ωραιότερα έργα τέχνης και πυρπόλησαν την πόλη...»

«...Οι Ρωμαίοι γκρέμισαν τα σπίτια της Καρχηδόνας και ισοπέδωσαν τη γη που τη φιλοξενούσε. Όργωσαν με αλέτρια το έδαφός της και έριξαν αλάτι, ώστε να μην ξαναφυτρώσει ποτέ τίποτα.»

«...Οι Ρωμαίοι ποιητές της εποχής του [...του Ιουλίου Καίσαρα], που παραμένουν μέχρι σήμερα οι κορυφαίοι της ρωμαϊκής ιστορίας, προσπάθησαν να μιμηθούν τους Έλληνες στην ποίηση. Οι Έλληνες ήταν το πρότυπό τους, και η ελληνική τέχνη θεωρούνταν η πιο ωραία. Και γι' αυτό θεωρούνταν δείγμα ανωτερότητας για ένα Ρωμαίο να μιλάει ελληνικά, να διαβάζει τους αρχαίους Έλληνες ποιητές και να συλλέγει ελληνικά έργα τέχνης - ευτυχώς για μας, γιατί, αν δεν το είχαν κάνει αυτό οι Ρωμαίοι, ίσως να μην ξέραμε πολλά για τους Έλληνες και την τέχνη τους...»

«...οι βενεδικτίνοι μοναχοί ήταν οι μόνοι που ασχολήθηκαν με τη σκέψη και τις ανακαλύψεις της αρχαιότητας. Συγκέντρωσαν όλους τους παλιούς παπύρους και τα χειρόγραφα που κατάφεραν να βρουν για να τα μελετήσουν. Και τα αντέγραψαν για να τα διαδώσουν και να τα διαβάσουν κι άλλοι.»

«...Τα μοναστήρια ήταν τα μόνα μέρη εκείνη την εποχή [...τον Μεσαίωνα] όπου ανθούσε η μάθηση και η μετάδοση της γνώσης, και όπου η ανάμνηση της αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής σκέψης ήταν ακόμα ζωντανή...»

«...Οι ιππότες και οι ακόλουθοί τους είχαν ραμμένους στους ώμους τους κόκκινους σταυρούς από ύφασμα και ονομάζονταν Σταυροφόροι. Στόχος τους να ελευθερώσουν τον τόπο όπου κάποτε έστεκε ο σταυρός του Χριστού. Όταν έπειτα από πολύχρονες μάχες και απίστευτες κακουχίες έφτασαν έξω από τα τείχη της Ιερουσαλήμ, λένε πως, αντικρίζοντας από κοντά την Ιερή Πόλη, για την οποία γνώριζαν τόσα από τη Βίβλο, η συγκίνησή τους ήταν τέτοια, που έσκυψαν κλαίγοντας και φίλησαν το χώμα. Μετά πολιόρκησαν την πόλη. Τα αραβικά στρατεύματα αμύνθηκαν γενναία, αλλά τελικά οι ιππότες την κατέλαβαν. Μόλις όμως μπήκαν στην Ιερουσαλήμ, δε συμπεριφέρθηκαν ούτε ως ιππότες, ούτε ως χριστιανοί. Κατέσφαξαν όλους τους μουσουλμάνους και διέπραξαν φρικτές βαρβαρότητες. Στη συνέχεια έκαναν μετάνοιες και, τραγουδώντας ψαλμωδίες, προχώρησαν ξυπόλυτοι προς τον τάφο του Χριστού...»

«...Όποιος ήταν πιο ισχυρός άρπαζε απλώς τα πάντα από τον πιο αδύναμο. Αυτό ονομάζεται "δίκαιο του ισχυρού" ή "δίκαιο της πυγμής", γιατί ο ένας ορμούσε στον άλλο προτείνοντας την πυγμή, τη γροθιά του. Βλέπεις λοιπόν πως το δίκαιο της πυγμής δεν είναι καθόλου δίκαιο, αλλά καθαρή αδικία.»

«...Ο Μοντεζούμα είχε παραλύσει από την τόση ασέβεια και αυθάδεια, και δεν τόλμησε να κάνει τίποτα για να διώξει τους λευκούς εισβολείς, καθώς σύμφωνα με έναν αρχαίο θρύλο κάποτε θα έρχονταν γιοι του Ήλιου, λευκοί θεοί από την Ανατολή, για να καταλάβουν τη χώρα. Αυτοί οι λευκοί θεοί πίστευαν ότι ήταν οι Ισπανοί. Βέβαια εκείνοι συμπεριφέρονταν περισσότερο σαν λευκοί διάβολοι...»

«...Ο πιστός δεν πρέπει να αρκείται στο κήρυγμα της εκκλησίας, αλλά να διερευνά μόνος του, διαβάζοντας τη Βίβλο, το θέλημα του Θεού. Μόνο ό,τι λέει η Βίβλος ισχύει, πίστευε ο Λούθηρος.
 Ο Λούθηρος δεν ήταν ο πρώτος άνθρωπος που είχε αυτές τις απόψεις. Εκατό χρόνια νωρίτερα ένας ιερέας που ονομαζόταν Γιαν Χους είχε διδάξει λίγο πολύ τα ίδια στην Πράγα...»

«...Ο Λούθηρος είχε διδάξει ότι κάθε άνθρωπος πρέπει να υπακούει στη συνείδησή του μόνο και σε κανέναν άλλο. Και ότι ως ανεξάρτητη και απόλυτα ελεύθερη ύπαρξη, πρέπει να παλέψει μόνος του για τη θεία χάρη...»

«...Το 1618 δυσαρεστημένοι προτεστάντες πέταξαν από το παράθυρο του κάστρου της Πράγας τρεις από τους καθολικούς συμβούλους του βασιλιά. Προσγειώθηκαν σ' ένα σωρό κοπριάς, έτσι δεν έπαθαν τίποτα σπουδαίο... το συμβάν αυτό - γνωστό ως Εκπαραθύρωση της Πράγας - αποτέλεσε το έναυσμα για έναν φοβερό πόλεμο που ξέσπασε τότε και κράτησε τριάντα χρόνια...»

«...Όλες αυτές οι ιδέες που άρχισαν να διατυπώνονται μετά το 1700 πρώτα στην Αγγλία και μετά στη Γαλλία δημιούργησαν το κίνημα του Διαφωτισμού, το οποίο ονομάστηκε έτσι γιατί αντιμαχόταν το απέραντο σκοτάδι των προλήψεων, αντιπαραθέτοντας το φως της λογικής...»
«...η ανεκτικότητα, η λογική και ο ανθρωπισμός... οι τρεις θεμελιώδεις αρχές του Διαφωτισμού...»

«...Μερικοί άνθρωποι άρχισαν να νιώθουν ότι η κατάσταση δεν μπορούσε να συνεχιστεί έτσι. Ότι είναι άδικο ένας άνθρωπος, απλά και μόνο επιδή έτυχε να έχει δικιά του μια μηχανή, την οποία πιθανόν και να είχε κληρονομήσει, να μεταχειρίζεται τους άλλους με χειρότερο τρόπο απ' ό,τι οι αριστοκράτες τους αγρότες τους. Πίστευαν ότι πράγματα όπως τα εργοστάσια και οι μηχανές, που η κατοχή τους σημαίνει τεράστια εξουσία πάνω στη μοίρα των ανθρώπων, δεν πρέπει να ανήκουν σε μεμονωμένα άτομα, αλλά σε όλους από κοινού. Η ιδέα αυτή ονομάζεται σοσιαλισμός...»

«...ο Μαρξ πίστευε ότι στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν πια επαγγέλματα, αλλά δύο είδη, ή τάξεις, ανθρώπων, οι κατέχοντες και οι μη κατέχοντες - ή, όπως τους έλεγε αλλιώς, οι καπιταλιστές και οι προλετάριοι...»

«...Μέσα σε μερικές δεκαετίες οι Ιάπωνες έμαθαν όλα όσα μπορούσε να τους διδάξει η Ευρώπη σχετικά με τις μηχανές για τον πόλεμο ή για την ειρήνη. Κι όταν πια ένιωσαν έτοιμοι, υπέβαλαν στους Ευρωπαίους με κάθε ευγένεια τα σέβη τους: 'Τώρα γνωρίζουμε όσα γνωρίζετε κι εσείς. Τώρα τα δικά μας ατμόπλοια θα εξορμούν με στόχο το εμπόριο και της κατακτήσεις, και τα δικά μας κανόνια θα βομβαρδίζουν ειρηνικές πόλεις όταν κάποιος τολμήσει να προσβάλει έναν Ιάπωνα'. Οι Ευρωπαίοι έμειναν άναυδοι, και ακόμα και σήμερα εξακολουθούν να σαστίζουν. Γιατί οι Ιάπωνες είναι οι καλύτεροι μαθητές ολόκληρης της ιστορίας της ανθρωπότητας...»

«...Είχε μάλιστα πει [ο Μπίσμαρκ] την περίφημη φράση ότι τα μεγάλα ζητήματα της ιστορίας δεν επιλύονται με ψηφίσματα, αλλά με σίδερο και αίμα...»

«...Το 1917 ξέσπασε στη Ρωσία επανάσταση... κατά την οποία την εξουσία πήραν στα χέρια τους οι εργάτες των βιομηχανικών πόλεων υπό την καθοδήγηση του αρχηγού τους, Λένιν. Αναδιένειμαν τα χωράφια στους αγρότες, κατάσχεσαν τις περιουσίες των πλουσίων και των αριστοκρατών και προσπάθησαν να κυβερνήσουν την πρώην αυτοκρατορία ακολουθώντας τις αρχές του Μαρξ...»

«...Ξέρω έναν γέρο, σοφό βουδιστή μοναχό που μια φορά, μιλώντας στους συμπατριώτες του, είπε ότι θα ήθελε πολύ να μάθει γιατί όλοι οι άνθρωποι συμφωνούν ότι είναι γελοίο και αξιολύπητο όταν κάποιος καυχιέται και λέει: "Είμαι ο πιο έξυπνος, ο πιο δυνατός, ο πιο γενναίος και ο πιο χαρισματικός άνθρωπος στον κόσμο", ενώ, όταν αντί για "εγώ" πει "εμείς" και ανακοινώσει ότι "Εμείς είμαστε οι πιο έξυπνοι, οι πιο ισχυροί, οι πιο γενναίοι και οι πιο χαρισματικοί άνθρωποι στον κόσμο", τότε τον χειροκροτούν με ενθουσιασμό στην πατρίδα του και τον αποκαλούν πατριώτη. Φυσικά αυτή η συμπεριφορά δεν έχει καμία σχέση με τον πατριωτισμό. Μπορεί κάποιος να είναι αφοσιωμένος στην πατρίδα του χωρίς να ισχυρίζεται ότι οι κάτοικοι όλου του υπόλοιπου κόσμου δεν είναι παρά ένας συρφετός. Όσο περισσότεροι άνθρωποι πέφτουν στην παγίδα αυτής της ανοησίας, τόσο μεγαλύτερη είναι η απειλή για την ειρήνη...»

«...τα τελευταία χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου οι Εβραίοι όλων των χωρών της Ευρώπης που βρίσκονταν υπό γερμανική κατοχή - εκατομμύρια άντρες, γυναίκες και παιδιά - εκδιώχθηκαν από την πατρίδα τους. Μεταφέρθηκαν ανατολικά κι εκεί δολοφονήθηκαν...»

«...Με δεδομένο το μωσαϊκό των διαφορετικών λαών που ζουν στο μικρό μας πλανήτη, είναι επιτακτική η ανάγκη να μάθουμε να σεβόμαστε και να ανεχόμαστε ο ένας τον άλλο, ιδιαίτερα τώρα που τα τεχνολογικά επιτεύγματα μας έχουν φέρει όλους πολύ πιο κοντά...»

Μετάφραση: Έλενα Καμηλάρη
Εκδόσεις: Πατάκη 2012

Wednesday, August 1, 2012

Ο Δρόμος των Δακρύων - Χόρχε Μπουκάι

«...Να σου πω μια ιστορία:
 Ήταν μια φορά ένας ορειβάτης και επιχειρούσε μια πολύ δύσκολη αναρρίχηση σε ένα βουνό με έντονη χιονόπτωση. Πέρασε τη νύχτα μαζί με άλλους στο καταφύγιο. Το πρωί το χιόνι έχει σκεπάσει για τα καλά το βουνό, πράγμα που κάνει την αναρρίχηση ακόμη πιο δύσκολη. Δεν θέλει, όμως, να γυρίσει πίσω, κι έτσι, όπως μπορεί, με μεγάλη προσπάθεια και θάρρος, συνεχίζει την αναρρίχηση, σκαρφαλώνει στο απόκρημνο βουνό. Μέχρι που κάποια στιγμή, ίσως από κακό υπολογισμό, ίσως γιατί η κατάσταση ήταν πραγματικά δύσκολη, πάει να στερεώσει στον πάσσαλο το σχοινί ασφαλείας και του γλιστράει ο γάντζος. Ο ορειβάτης γκρεμίζεται... αρχίζει να κατρακυλάει στο βουνό χτυπώντας άγρια στα βράχια ενώ το χιόνι πέφτει πυκνό...
Από μπροστά του βλέπει να περνάει όλη του η ζωή. Κλείνει τα μάτια περιμένοντας το χειρότερο, και ξαφνικά, νιώθει στο πρόσωπό του ένα χτύπημα από σχοινί. Χωρίς καθόλου να σκεφτεί, πιάνεται από το σχοινί με μια ενστικτώδη κίνηση. Ποιος ξέρει... Το σχοινί αυτό μπορεί να έμεινε εκεί κρεμασμένο από κάποιον πάσσαλο... κι αν είναι έτσι, θα μπορέσει να τον κρατήσει και να σταματήσει την πτώση του.
Κοιτάζει προς τα πάνω, αλλά το μόνο που βλέπει είναι η χιονοθύελλα και το πυκνό χιόνι που πέφτει πάνω του. Τα δευτερόλεπτα μοιάζουν αιώνες σ' αυτό το κατρακύλισμα που γίνεται όλο και πιο γρήγορο και μοιάζει να μην τελειώνει... Ξαφνικά, το σχοινί τινάζεται και νιώθει αντίσταση. Ο ορειβάτης δε βλέπει τίποτε, ξέρει όμως ότι προς το παρόν έχει σωθεί. Το χιόνι πέφτει ασταμάτητα, κι αυτός εκεί, δεμένος με το σχοινί, μέσα στο φοβερό κρύο, κρεμασμένος από ένα κομμάτι λινάρι, που τον κρατάει για να μην τσακιστεί πέφτοντας στη χαράδρα ανάμεσα στα βουνά.
Προσπαθεί να δει τι υπάρχει γύρω του, αλλά μάταια, δεν ξεχωρίζει τίποτε. Φωνάζει δυο-τρεις φορές, αλλά καταλαβαίνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τον ακούσει κανείς. Η πιθανότητα να σωθεί είναι απειροελάχιστη. Και να δουν ότι λείπει, δε θα μπορέσει κανείς ν' ανέβει να ψάξει γι' αυτόν πριν σταματήσει η χιονοθύελα, αλλά και τότε ακόμη, πώς να ξέρουν ότι βρίσκεται κρεμασμένος στο γκρεμό;
Αντιλαμβάνεται πως αν δεν κάνει κάτι γρήγορα, αυτό θα είναι το τέλος του.
Όμως, τι να κάνει;
Θα μπορούσε ίσως να σκαρφαλώσει προς τα πάνω και να προσπαθήσει να φτάσει στο καταφύγιο, αμέσως όμως καταλαβαίνει πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Ξαφνικά, ακούει μια φωνή μέσα του που του λέει "λύσου!" Μπορεί να είναι η φωνή του Θεού, ή η φωνή της εσωτερικής του σοφίας, μπορεί όμως να είναι κάποιο κακό πνεύμα, ή παραίσθηση, ακούει πάντως τη φωνή να επιμένει "λύσου, λύσου!"
Σκέφτεται πως αν λυθεί αυτή τη στιγμή σίγουρα θα σκοτωθεί. Θα είναι ένας τρόπος για να τελειώσει το μαρτύριό του. Μπαίνει στον πειρασμό να επιλέξει το θάνατο για να σταματήσει να υποφέρει. Σαν απάντηση όμως στη φωνή δένεται ακόμα πιο σφιχτά. Και η φωνή επιμένει "λύσου!"... Μη βασανίζεσαι άλλο, δεν έχει νόημα τόσος πόνος... "λύσου!" Εκείνος, όμως, δένεται ακόμη πιο σφιχτά, ενώ πολύ αποφασιστικά λέει μέσα του πως καμία φωνή δεν πρόκειται να τον πείσει να αφήσει αυτό που χωρίς αμφιβολία του έχει σώσει τη ζωή. Η σύγκρουση αυτή συνεχίζεται για ώρες, ο ορειβάτης όμως εξακολουθεί να είναι δεμένος μ' αυτό που νομίζει πως είναι η μοναδική του δυνατότητα να σωθεί.
Ο μύθος λέει ότι την άλλη μέρα η ομάδα διάσωσης βρήκε τον ορειβάτη μισοπεθαμένο. Η ζωή του κρεμόταν από μια κλωστή. Ακόμα λίγα λεπτά, και ο ορειβάτης θα είχε πεθάνει από το κρύο, παγωμένος, και, παραδόξως, δεμένος με το σχοινί του... σε απόσταση λιγότερο από ένα μέτρο από το έδαφος...»

Μετάφραση: Κωνσταντίνα Επισκοπούλου
Εκδόσεις: Οpera 2010

Friday, March 23, 2012

Το Δαιμόνιο - Γιώργος Θεοτοκάς

«...Το αυτοκίνητο σταμάτησε στο χωριουδάκι. Ο Ρωμύλος έτρεξε προς ένα σπίτι και χτύπησε δυνατά την πόρτα. Ήταν το σπίτι του φύλακα του Κάστρου που ήταν γνωστός του. Ο Ρωμύλος μπήκε μέσα, συζήτησε λίγη ώρα και γύρισε κουβαλώντας ένα πελώριο κλειδί.
"Πάμε!" πρόσταξε.
Ανεβήκαμε τον ανήφορο και περάσαμε την πέτρινη γέφυρα της τάφρου. Ο Ρωμύλος στάθηκε εμπρός στη σκουριασμένη πόρτα του Κάστρου και τη χτύπησε τρεις φορές με το κλειδί.
"Ανοίξτε!" φώναξε. "Ανοίξτε να περάσει ο θίασος του δουκός"!
Έχωσε το κλειδί στην κλειδαριά κι άνοιξε με κόπο. Οι στρόφιγγες της πόρτας έτριξαν βαριά. Προχωρήσαμε, μέσα στο σκοτάδι, σ' ένα σκεπαστό κι ανηφορικό διάδρομο. Ο Ρωμύλος έτρεξε μπροστά.
"Ευγενικοί άρχοντες και γλυκιές αρχόντισσες!" φώναξε με στόμφο. "Γενναίοι ιππότες και βιγλάτορες! Ήρθε ο θίασος του παινεμένου του δουκός μας να παίξει για το χατίρι σας και να σας διασκεδάσει. Ελάτε όλοι να μας θαυμάσετε και να γελάσετε και να θρηνήσετε, γιατί τα έργα μας είναι σαν τη ζωή, γεμάτα πάθη και τραγικότητα και χαρά και χάχανα και χίλιες δυο κοροϊδίες. Ελάτε να δείτε το μεγάλο έρωτα του ωραίου Ρωμύλου και της υπέροχης Ιουλιέτας και τα τρελά καμώματα του Πακ στο δάσος της Αθήνας κι όλα τα όνειρα της καλοκαιρινής νυχτιάς! Ελάτε να απολαύσετε! Ελάτε να διδαχτείτε! Ελάτε να συγκινηθείτε και να εξυψωθείτε!"
Άκουσα μια νυχτερίδα που βροντούσε τα φτερά της στις κάμαρες. Στην άκρη του διαδρόμου, η νύχτα έλαμπε πάλλευκη και μυστηριακή...»

«...Περάσαμε το σκοτεινό διάδρομο και βγήκαμε στην εσωτερική πλατεία του Κάστρου, όπου βρίσκεται το σπίτι του δουκός, ολόρθο, ανάμεσα στα χαλάσματα. Αριστερά μας ήταν ο γκρεμνός. Κάτω απλωνότανε ο κάμπος, σπαρμένος μικροσκοπικά χωριά, βουβός και θαμπός στο σεληνόφως. Πιο πέρα, ολόγυρα, ήταν η θάλασσα, αστραφτερή.
Η πανσέληνος αρμένιζε ελεύθερα στον κατακάθαρο ουρανό και πρόσδιδε στο καθετί που άγγιζε με το γαλατένιο φως της ένα ύφος ανάλαφρο, φευγαλέο και εξωτικό. Προς το κέντρο του Κάστρου, οι ίσκιοι των νέων δέντρων σχημάτιζαν ένα πυκνό άλσος, σκοτεινό, αιθέριο, γεμάτο δροσιά και μυστικούς ψιθυρισμούς. Μας καλούσαν, αλλά και μας φόβιζαν λιγάκι. Έτσι καθώς σπαρταρούσαν και καθώς θρόιζαν ανάμεσα στους παλαιικούς και γκρεμισμένους τοίχους, ήταν σαν μια οπτασία, σαν καμιά συντροφιά νεανικά και καλόβολα φαντάσματα που βγήκανε να πάρουν τον αέρα τους στα σύνορα της χώρας των νεκρών. Ψηλότερα από τα δέντρα, οι επάλξεις διαγράφανε μια μαύρη ξεσκισμένη δαντέλα που ξεχώριζε σκληρά απάνω στο αργυρό στερέωμα.
Η Ιφιγένεια έδειξε τα δέντρα στον Μάρτιν.
"Τι δάσος μπορεί να είναι αυτό;" ρώτησε.
"Είναι το δάσος του Midsummer night's dream ή του As You Like It

Ειδική έκδοση για την εφημερίδα "Tο Βήμα" 2012
Σειρά: Κορυφαίοι Έλληνες Πεζογράφοι του 20ου αιώνα
Επιμέλεια σειράς: Ελένη Κεχαγιόγλου

Saturday, March 10, 2012

M is for Magic, by Neil Gaiman


From: "October in the Chair"
"...They squeezed through a huge iron gateway, rusted part open, part closed, and the were in the little meadow at the bottom of the slope.
'This place is cool,' said the Runt.
There were dozens of stones of all sizes in the small meadow. Tall stones, bigger than either of the boys, and small ones, just the right size for sitting on. There were some broken stones. The Runt knew what sort of place this was, but it did not scare him. It was a loved place..."

"...'How did you die?' asked the Runt.
'I got sick,' said Dearly. 'My maw cried and carried on something fierce. Then I died.'
'If I stayed here with you,' said the Runt, 'would I have to be dead, too?'
'Maybe,' said Dearly. 'Well, yeah. I guess.'
'What's it like? Being dead?'
'I don't mind it,' admitted Dearly. 'Worst thing is not having anyone to play with.'
'But there must be lots of people up in that meadow,' said the Runt. 'Don't they ever play with you?'
'Nope,' said Dearly. Mostly, they sleep. And even when they walk, they can't be bothered to just go and see stuff and do things. They can't be bothered with me. You see that tree?'
It was a beech tree, its smooth gray bark cracked with age. It sat in what once must have been the town square, ninety years before.
'Yeah,' said the Runt.
'You want to climb it?'
'It looks kind of high.'
'It is. Real high. But it's easy to climb. I'll show you.'
It was easy to climb. There were handholds in the bark, and the boys went up the big beech like a couple of monkeys or pirates or warriors. From the top of the tree one could see the whole world. The sky was starting to lighten, just a hair, in the east.
Everything waited. The night was ending. The world was holding its breath, preparing to begin again.
'This was the best day I ever had,' said the Runt.
'Me, too," said Dearly..."

I N S T R U C T I O N S

"Touch the wooden gate in the wall you never saw before,
Say 'please' before you open the latch,
go through,
walk down the path.
A red metal imp hangs from the green painted front door,
as a knocker,
do not touch it; it will bite your fingers.
Walk through the house. Take nothing. Eat nothing.
However,
if any creature tells you that it hungers,
feed it.
If it tells you that it is dirty,
clean it.
If it cries to you that it hurts,
if you can,
ease its pain.
From the back garden you will be able to see the wild wood.
The deep well you walk past leads down to Winter's realm;
there is another land at the bottom of it.
If you turn around here,
you can walk back, safely;
you will lose no face. I will think no less of you.

Once through the garden you will be in the wood.
The trees are old. Eyes peer from the undergrowth.
Beneath the twisted oak sits an old woman.
She may ask for something;
give it to her.
She will point the way to the castle.
Inside it are three princesses.
Do not trust the youngest. Walk on.
In the clearing beyond the castle
the twelve months sit about a fire,
warming their feet, exchanging tales.
They may do favors for you, if you are polite.
You may pick strawberries in December's frost.
Trust the wolves, but do not tell them 
where you are going.
The river can be crossed by the ferry. 
The ferryman will take you
(The answer to his question is this:
If he hands the oar to his passenger, 
he will be free to leave the boat.
Only tell him this from a safe distance.)

If an eagle gives you a feather, keep it safe.
Remember: that giants sleep too soundly;
that witches are often betrayed by their appetites;
dragons have one soft spot, somewhere, always;
hearts can be well hidden,
and you betray them with your tongue.
Do not be jealous of your sister:
know that diamonds and roses
are as uncomfortable when they tumble 
from ones lips as toads and frogs:
colder, too, and sharper, and they cut.

Remember your name.
Do not lose hope - what you seek will be found.
Trust ghosts. Trust those that you have
helped to help you in their turn.
Trust dreams.
Trust your heart, and trust your story.

When you come back, return the way you came.
Favors will be returned, debts be repaid.
Do not forget your manners.
Do not look back.
Ride the wise eagle (you shall not fall)
Ride the silver fish (you will not drown)
Ride the gray wolf (hold tightly to his fur)

There is a worm at the heart of the tower;
that is why it will not stand.

When you reach the little house, 
the place your journey started,
you will recognize it,
although it will seem
much smaller than you remember.
Walk up the path, and through the garden gate
you never say before but once.
And then go home. Or make a home.

Or rest."

Wednesday, October 5, 2011

Ο Ιδιωτικός Βίος του Μάξουελ Σιμ - Τζόναθαν Κόου

«...Με την Έμα όμως ήταν αλλιώς. Εκείνη δεν έλεγε τίποτα στην αρχή. Η μόνη ένδειξη πως είχε αντιληφθεί την απόφασή μου ήταν ένα μήνυμα στην οθόνη, που έλεγε "Υπολογισμός διαδρομής". Μετά από μερικά δευτερόλεπτα, η φωνή ξανακούστηκε. Ο τόνος της δεν είχε αλλάξει καθόλου. Παρέμενε ήρεμος, μετρημένος. Απόλυτα απτόητος από τη μικρή μου ανταρσία. "Προχωρήστε περίπου τρεισήμισι χιλιόμετρα στον ίδιο δρόμο", είπε. Αυτό ήταν. Ούτε διαφωνίες ούτε σαρκασμοί ούτε ερωτήσεις. Αποδεχόταν την εξουσία μου και ανταποκρινόταν αναλόγως. Θεέ μου - πόσο εύκολη θα ήταν η ζωή μου αν συμπεριφερόταν κι η Κάρολαϊν λίγο πιο συχνά έτσι! Είχα ήδη αρχίσει να σκέφτομαι πως στην Έμα είχα βρει σχεδόν την τέλεια σύντροφο. Πάτησα το κουμπί "Χάρτης" μόνο και μόνο για να την ακούσω να το λέει ξανά. 
- Προχωρήστε περίπου τρεισήμισι χιλιόμετρα στον ίδιο δρόμο.
Τι ωραίο. Μου άρεσε τόσο πολύ η παύση που έκανε μετά τη λέξη "χιλιόμετρα". Το πρόφερε σαν να ήταν στίχος από ποίημα...»

«...Το βλέμα της έπεσε για μια στιγμή στο γαλάζιο ντοσιέ που είχα στα πόδια μου. "Το βρήκες, λοιπόν, αυτό που έψαχνες;"
"Το βρήκα. Νομίζω πως είναι κάτι ποιήματα του πατέρα μου και τέτοια. Προφανώς έχει χάσει το άλλο αντίγραφο, και τώρα αυτό εδώ είναι το μοναδικό που υπάρχει". Το ξεφύλλισα στα γρήγορα και είδα ότι ήταν χωρισμένο σε δύο τμήματα: το ένα γραμμένο σε στίχους και το άλλο σε πεζό λόγο. "Δεν ξέρω γιατί είναι τόσο σημαντικό. Αλλά μάλλον θα πρέπει να το φυλάξω. Περίεργος τίτλος", πρόσθεσα κοιτώντας την πρώτη σελίδα. "Δύο ντουέτα".
"Χμμ, κατάλαβα", είπε η μις Έριθ. "Το μισό του Έλιοτ".
"Το μισό του Έλιοτ;"
"Του Τ. Σ. Έλιοτ. Τον έχεις ακουστά, έτσι δεν είναι;"
"Και βέβαια τον έχω ακουστά", είπα με τόνο αμυντικό. Και πρόσθεσα, για να μην αφήσω καμιά αμφιβολία πως είχα το σωστό πρόσωπο κατά νου: "Αυτός που έγραψε τους στίχους για τις Γάτες, έτσι;"
"Το πιο διάσημο ποίημά του είναι τα Τέσσερα κουαρτέτα", είπε η μις Έριθ. "Δεν τα έχεις διαβάσει;"
Κούνησα το κεφάλι. "Τι λένε;"...»
«...Άλλο ένα μοναχικό γεύμα, άλλος ένας σταθμός εξυπηρέτησης σε αυτοκινητόδρομο, άλλο ένα πανίνο. Αυτή τη φορά, μανιτάρια, προσούτο και πράσινη σαλάτα.
Σταθμός εξυπηρέτησης Άμπινγκτον. Ένα Ευχάριστο Διάλειμμα. Τι να κάνω - μ' αρέσουν αυτά τα μέρη. Εκεί νιώθω σαν στο σπίτι μου. Μου άρεσαν οι καρέκλες από σκούρο ξύλο και τα τραπέζια από ξανθό ξύλο, αυτό το στυλ Habitat, που θυμίζει πολύ δεκαετία του '90. Μου άρεσαν οι δύο μεγάλες γιούκες ανάμεσα στα τραπέζια. Μου άρεσε ο εξωτερικός χώρος με τα τραπέζια, οι κλειστές ομπρέλες του ήλιου που ανέμιζαν στο υγρό αεράκι της μέρας. Μου άρεσε που εδώ, στη μέση μιας τόσο εντυπωσιακής υπαίθρου, κάποιος σχεδίασε και κατασκεύασε αυτή τη μικρή όαση αστικής κοινοτοπίας. Μου άρεσε η ευχαρίστηση και η προσδοκία στα πρόσωπα των ανθρώπων την ώρα που έπαιρναν τους δίσκους με την πίτσα και το ψάρι με τις τηγανητές πατάτες από τον πάγκο του "Κόφι Πρίμο", με τη βεβαιότητα πως επρόκειτο να απολαύσουν ένα σπουδαίο φαγοπότι. Τέτοια μέρη μ' αρέσουν. Σε τέτοια μέρη νιώθω άνετα...»

Μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις: Πόλις

Tuesday, June 21, 2011

Για Μια Χούφτα Βινύλια - Χίλντα Παπαδημητρίου

«...Με φωνάζουνε Νεκροθάφτη. Ξέρεις γιατί; Γιατί έχω επινοήσει ένα δικό μου σύστημα αρχειοθέτησης των δίσκων. Ανάλογα με το πόσα νεκρά μέλη έχει το κάθε συγκρότημα. Σε άλλο ράφι βάζω τα συγκροτήματα με έναν πεθαμένο μουσικό, σε άλλο ράφι με δύο, σε άλλο με τρία. Αλλά έχω ένα πρόβλημα. Όλο πεθαίνουν κι άλλα μέλη των συγκροτημάτων, και αναγκάζομαι να τους αλλάζω θέση...»

«...Βλέποντας ότι το ασανσέρ βρισκόταν στους πάνω ορόφους, ο Χάρης άρχισε να ανεβαίνει τρέχοντας τα σκαλοπάτια. Τον ακολουθούσε η Σόνια, η οποία σταματούσε κάθε τόσο για να πάρει ανάσα, σαν να είχε αποκάμει τελείως. Καλά εγώ, σκέφτηκε ο Χάρης λαχανιασμένος, είμαι πάνω από 105 κιλά και αγύμναστος. Αυτή, που ασχολείται με τη γιόγκα και σκαρφαλώνει συνέχεια στα κατσάβραχα, πώς κάνει έτσι;...»

«...Φτάνοντας στον τρίτο, είδε την πόρτα του μικρού τριαριού να χάσκει ορθάνοιχτη όπως πάντα. Όρμησε μέσα, ενώ το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς, συνδυάζοντας γεγονότα. Μόνο να τον προλάβω. Δεν δείχνει για τύπος που αυτοκτονεί, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Α, ρε Φώντα, γαμώτο.
Έτρεξε από δωμάτιο σε δωμάτιο, και στη μικρή κρεβατοκάμαρα είδε την μπαλκονόπορτα ανοιχτή. Πετάχτηκε στο μπαλκόνι. Ήταν άδειο. Κοίταξε τον δρόμο από κάτω με τρόμο. Τίποτα. Απορημένος ξαναμπήκε στο διαμέρισμα και βρέθηκε φάτσα με φάτσα με τη Σόνια.
"Πού είναι;" τον ρώτησε με αγωνία. "Τον βλέπεις; Μήπως πήδηξε στο διπλανό μπαλκόνι;"
"Τι λες, ρε Σόνια; Πώς γίνεται να πηδήξει ο Φώντας στο διπλανό μπαλκόνι; Γάτος είναι;"
"Ποιος Φώντας;" έβαλε εκείνη τα γέλια. "Για τον Άχαμπ σού μιλάω τόση ώρα. Τον είχα βγάλει από το καλαθάκι του, κι αυτός πήγε στο μπαλκόνι...»

«...Τι ωραία θα ήταν να είχε έναν κολλητό, όπως ο Τζον είχε τον Πολ, και οι δυο μαζί τον Τζορτζ και τον Ρίνγκο. Να είχε έναν φίλο να του διηγηθεί τη φιλία του με τη Μαρίτα και να τον ρωτήσει τη γνώμη του, τι έπρεπε να κάνει...»

Εκδόσεις: Μεταίχμιο 2011

Tuesday, March 29, 2011

Η Τζούλιετ Γυμνή - Nick Hornby

«...Ο Ντάνκαν δεν είχε νιώσει ποτέ λαχτάρα για αλλαγή, όπως τα δυο διπλανά κομμάτια ενός παζλ δε νιώθουν ποτέ λαχτάρα να αλλάξουν θέση - απ' όσο μπορούμε να ξέρουμε, τουλάχιστον. Αν τώρα, έτσι για να κάνουμε κουβέντα, φανταζόμασταν ότι τα κομμάτια του παζλ έχουν σκέψεις και συναισθήματα, τότε ίσως τα ακούγαμε να μονολογούν, "Εγώ θα μείνω εδώ. Πού να τρέχω τώρα;" Κι αν ένα άλλο κομματάκι ερχόταν και κουνούσε τις ακρούλες του προκλητικά, προσπαθώντας να δελεάσει το ένα κομματάκι, εκείνο δε θα δυσκολευόταν να αντισταθεί στον πειρασμό. "Κοίτα", θα έλεγε το κομματάκι που ήταν αντικείμενο του πόθου, "εσύ είσαι ένα κομματάκι από τηλεφωνικό θάλαμο, κι εγώ είμαι ένα κομματάκι από το πρόσωπο της Μαρίας, της βασίλισσας της Σκοτίας. Δε θα κολλάγαμε". Και το πράγμα θα τέλειωνε εκεί.
Τώρα όμως ο Ντάνκαν είχε αρχίσει να αναρωτιέται αν η παρομοίωση με το παζλ ταίριαζε στις σχέσεις ανδρών και γυναικών, τελικά. Δε λάμβανε υπόψη της την αναθεματισμένη ξεροκεφαλιά των ανθρωπίνων όντων, την αποφασιστικότητά τους να κολλήσουν στον άλλον ακόμα κι όταν δεν ταιριάζουν. Δεν τους πειράζει να πιεστούν για να ταιριάξουν τις παράταιρες γωνίες τους, ούτε δίνουν δεκάρα για τη διαφορά των τηλεφωνικών θαλάμων και τη Μαρία, τη βασίλισσα της Σκοτίας. Δεν τους προκαλεί ενδιαφέρον το ιδανικό και λογικό ταίριασμα, αλλά τα μάτια, το στόμα, το χαμόγελο, το μυαλό, το στήθος, το στέρνο και τα οπίσθια του άλλου, η εξυπνάδα, η καλοσύνη, η χάρη, ο ρομαντισμός, κι ένα σωρό άλλα πράγματα που δεν έχουν καμία σχέση με το φτιάξιμο ενός σωστού παζλ...»

«...Η Άννι όμως κοιτούσε πάντοτε μια γυναίκα προς τα δεξιά, γονατισμένη στο χώμα, η οποία έφτιαχνε το καμπαναριό μιας εκκλησίας. Φορούσε κάτι που έμοιαζε με κανονικό μακρύ παλτό κι ένα κινέζικο καπέλο, που την έκανε να μοιάζει κακομοίρα, σαν φτωχή γριά αγρότισσα από τον πόλεμο του Βιετνάμ. Κάθε φορά που η Άννι κοιτούσε τη φωτογραφία, σκεφτόταν. Είσαι νεκρή πια. Θα ήθελες να μην είχες σπαταλήσει το χρόνο σου φτιάχνοντας κάστρα στην άμμο; Θα ήθελες να έχεις πει, Να πάνε να γαμηθούνε όλοι, και να είχες βγάλει το παλτό σου για να λιαστείς; Βρισκόμαστε σ' αυτόν τον κόσμο για πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Γιατί να σπαταλήσουμε ένα μέρος του χτίζοντας πύργους στην άμμο;»

«...Ο Ντίκενς είναι ο κατεξοχήν τύπος που, κοιτάζοντας τη ζωή του, μπορείς να πεις με σιγουριά: να ένας άνθρωπος που δε σπατάλησε ούτε λεπτό. Συμβαίνει συχνά αυτό, έτσι δεν είναι; Κάποιοι άνθρωποι να έλκονται από το αντίθετό τους;
Αλλά δε βρίσκεις πολλούς ανθρώπους σαν το Γερο-Ντίκενς. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν κάνουν δουλειές που αντέχουν στο χρόνο. Πουλάνε κρικάκια για κουρτίνες μπάνιου, σαν τον τύπο που παίζει ο Τζον Κάντυ σ' εκείνη την ταινία. (Τα κρικάκια, φυσικά, αντέχουν στο χρόνο. Αλλά δε νομίζω ότι οι άνθρωποι θα αναφέρονται σ' αυτά ως έργο ζωής μετά το θάνατό σου.) Άρα, δεν είναι τόσο αυτό που κάνεις. Δεν μπορεί να είναι αυτό, δε συμφωνείς; Πρέπει να έχει σχέση με το τι λογής άνθρωπος είσαι, αν αγαπάς τους άλλους, με το πώς φέρεσαι στον εαυτό σου και στους γύρω σου...»

Μετάφραση: Χίλντα Παπαδημητρίου
Εκδόσεις: Πατάκη