Monday, November 18, 2013

The Halloween Tree - Ray Bradbury

"There must have been a thousand pumpkins on this tree, hung high and on every branch. A thousand smiles. A thousand grimaces. And twice-times-a-thousand glares and winks and blinks and leerings of fresh-cut eyes. And as the boys watched, a new thing happened. The pumpkins began to come alive..."

"...It's big, it's broad... 
it's broad, it's bright... 
it fills the sky of All Hallows' Night..."

"The strangest sight you've ever seen.
The Monster Tree on Halloween."

"The leaves have burnt to gold and red
The grass is brown, the old year dead,
But hang the harvest high, Oh see!
The candle constellations on the Halloween Tree."

"The stars they turn, the candles burn
And the mouse-leaves scurry on the cold wind bourne,
And a mob of smiles shine down on thee
From the gourds hung high on the Halloween Tree."

"The smile of the Witch, and the smile of the Cat,
the smile of the Beast, the smile of the Bat,
The smile of the Reaper taking his fee,
All cut and glimmer on the Halloween Tree..."

"...O dear sweet dead, come home, and welcome here. 
Lost in the dark but always dear. 
Do not wander, do not roam. 
Dear ones, come home."

Earthlight 2000

Thursday, November 7, 2013

Ο θείος Πλάτων - Άλκη Ζέη

"Ένθαδε κείται, κάτω από το χιόνι
ένα γαϊδουράκι που παγώνει
τό 'στειλε ο θείος Πλάτων από την Ελλάδα
και ψόφησε χωρίς να δει ξανά λιακάδα.

Όχι, δεν θέλω να χαθώ έτσι άδοξα, χωρίς νά 'χω κάνει τίποτα στη ζωή μου. Πρέπει να σωθώ. Δεν υπάρχει πιο φριχτό πράγμα στον κόσμο από το να είσαι ένα γαϊδουράκι από την Ελλάδα, κοκκαλωμένο κάτω από το χιόνι και να μην μπορείς να κάνεις τίποτα. Μα τίποτα. Φταίει ο εμφύλιος πόλεμος κι έχει δίκιο ο Ντιν - νταν - ντον να λέει, πως είναι ο πιο κακός από όλους τους πολέμους. Γιατί, όπως λένε η μαμά κι ο μπαμπάς, αυτοί που κερδίζουνε δεν αφήνουν αυτούς που χάσανε να γυρίσουν στα σπίτια τους κι ας πέρασαν τόσα χρόνια από τότε. Κι ας είναι από το ίδιο χωριό κι από τον ίδιο δρόμο, όπως λέει κι ο Ντιν - νταν - ντον. Αν δεν είχε γίνει αυτός ο πόλεμος, θα ήμασταν τώρα όλοι στην Ελλάδα κι ο θείος Πλάτων δε θά 'χε καμιά ανάγκη να με κάνει πακέτο και να με στέλνει στα ξένα. Εγώ θα έβοσκα ωραία - ωραία σ' ένα λιβάδι παρέα με την πάπια Κατερίνα, η μαμά δε θα παιδευότανε να μάθει τέτοια μπερδεμένη γλώσσα, ο μπαμπάς θα μπορούσε και στην Ελλάδα να "γυρίζει", τα παιδιά θα μπορούσανε κι εκεί να αναπτύξουν τη φαντασία τους και σκασίλα μου αν δεν είχαμε Μπάμπουσκες και κόμπους και χιονονιφάδες και έλκηθρα. Τι τους έπιασε να τον κάνουνε αυτόν τον εμφύλιο, και τι μ' έπιασε και μένα και φλυαρώ, την ώρα που χάνομαι; Βοήθεια... ΒΟΗΘΕΙΑ... θα με σκεπάσει ολόκληρο το χιόνι. Βοήθεια... χάνομ..."

Εκδόσεις: Κέδρος 1982

Wednesday, October 9, 2013

Το Χάρτινο Σπίτι - Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες

«Ο κόσμος των ζώντων, όπως είναι, περιέχει ήδη αρκετά θαύματα και μυστήρια. Θαύματα και μυστήρια που ενεργούν πάνω στα αισθήματα και τη διάνοιά μας με τρόπους τόσο ανεξήγητους, που θα 'χαμε κάθε λόγο να θεωρούμε τη ζωή μια μαγική κατάσταση».
Τζόζεφ Κόνραντ - Η Γραμμή της Σκιάς 

«...Ομολογώ ότι ορισμένες σκέψεις με έβαλαν στον πειρασμό, αλλά ο αναγνώστης είναι ταξιδιώτης σε ένα τοπίο ήδη διαμορφωμένο. Και άπειρο. Έχει γραφτεί και το δέντρο και η πέτρα και ο άνεμος στο φύλλωμα και η νοσταλγία για το φύλλωμα αυτό και η αγάπη για όποιον κάθισε στη σκιά του. Και για μένα δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία από το να ζω λίγες ώρες κάθε μέρα μια εποχή της ανθρωπότητας που διαφορετικά θα μου ήταν ξένη. Δε φτάνει μια ολόκληρη ζωή για να τη ζήσεις. Δανείζομαι από τον Μπόρχες τη μισή μιας φράσης που είπε: η βιβλιοθήκη είναι μια πύλη στο χρόνο...»

«..."Επί αιώνες χρησιμοποιούμε ένα πεζό σύστημα" είχε πει τότε "αδιάφορο για την πραγματική κατάταξη των σχέσεων". Θέλω να πω ότι ο Πέδρο Πάραμο και το Κουτσό είναι δυο έργα Λατινοαμερικάνων συγγραφέων, αλλά για να ακολουθήσεις το δρόμο του ενός πρέπει να ανατρέξεις στον Ουίλιαμ Φόκνερ, ενώ το άλλο μας οδηγεί στον Μόμπιους. Ή για να σ' το πω κι αλλιώς: ο Ντοστογιέφσκι ήταν τελικά πιο κοντά στον Ρομπέρτο Αρλτ παρά στον Τολστόι. Ή ακόμη οι Χέγκελ, Βικτόρ Ουγκό και Σαρμιέντο αξίζει να είναι πιο κοντά από ό,τι οι Πάκο Εσπίνολα, Μπενεντέττι και Φελισμπέρτο Ερνάντες...»

«...Ο Ντελγάδο πήγε μέχρι τη βιβλιοθήκη του, έβγαλε μια παλιά έκδοση της Ευγενίας Γκραντέ και μου την έβαλε στα χέρια. Μου ζήτησε να την ανοίξω και να ψάξω σε οποιαδήποτε σελίδα κάθετους ή διαγώνιους δρόμους που έχουν δημιουργηθεί από τα κενά μεταξύ των λέξεων. Πράγματι, ανακάλυψα φαρδιές λωρίδες που πήγαιναν από γραμμή σε γραμμή, διέσχιζαν παραγράφους και κάπου κάπου σταματούσαν κι έπαιρναν διαγώνια πορεία, από δεξιά προς τα αριστερά, από τα αριστερά προς τα δεξιά ή κατακόρυφα...»

Μετάφραση: Λένα Φραγκοπούλου
Εκδόσεις: Πατάκη 2006


Thursday, September 26, 2013

Μικρή Ιστορία του Κόσμου - E. H. Gombrich

«...Αφότου έχασαν πια την όποια πολιτική ισχύ διέθεταν, οι Έλληνες έγιναν φορείς της μεγαλύτερης πνευματικής δύναμης που υπήρξε ποτέ, της δύναμης που ονομάζουμε ελληνικό πνεύμα. Ξέρεις ποια ήταν τα φρούρια που προστάτευαν και συντηρούσαν αυτό τον πολιτισμό; Οι βιβλιοθήκες. Στην Αλεξάνδρεια π.χ. υπήρχε μια ελληνική βιβλιοθήκη που διέθετε 700.000 παπύρους. Αυτοί οι 700.000 πάπυροι ήταν οι Έλληνες στρατιώτες που ξεκίνησαν να κατακτήσουν τον κόσμο. Και αυτή η αυτοκρατορία υπάρχει μέχρι σήμερα...»

«...Το 202 οι Ρωμαίοι κατέλαβαν την Καρχηδόνα. Ανάγκασαν τους κατοίκους της να κάψουν όλο τους το στόλο και να τους καταβάλουν γενναία πολεμική αποζημίωση. Ο Αννίβας διέφυγε, και αργότερα προτίμησε να πάρει δηλητήριο παρά να πέσει στα χέρια των Ρωμαίων. Η Ρώμη έπειτα από αυτή τη νίκη έγινε τόσο ισχυρή, που κατέκτησε και την Ελλάδα, που ήταν ακόμα υπό την κυριαρχία των Μακεδόνων, αλλά ως συνήθως ήταν διασπασμένη και σε αιώνια διχόνοια. Οι Ρωμαίοι πήραν από την Κόρινθο τα ωραιότερα έργα τέχνης και πυρπόλησαν την πόλη...»

«...Οι Ρωμαίοι γκρέμισαν τα σπίτια της Καρχηδόνας και ισοπέδωσαν τη γη που τη φιλοξενούσε. Όργωσαν με αλέτρια το έδαφός της και έριξαν αλάτι, ώστε να μην ξαναφυτρώσει ποτέ τίποτα.»

«...Οι Ρωμαίοι ποιητές της εποχής του [...του Ιουλίου Καίσαρα], που παραμένουν μέχρι σήμερα οι κορυφαίοι της ρωμαϊκής ιστορίας, προσπάθησαν να μιμηθούν τους Έλληνες στην ποίηση. Οι Έλληνες ήταν το πρότυπό τους, και η ελληνική τέχνη θεωρούνταν η πιο ωραία. Και γι' αυτό θεωρούνταν δείγμα ανωτερότητας για ένα Ρωμαίο να μιλάει ελληνικά, να διαβάζει τους αρχαίους Έλληνες ποιητές και να συλλέγει ελληνικά έργα τέχνης - ευτυχώς για μας, γιατί, αν δεν το είχαν κάνει αυτό οι Ρωμαίοι, ίσως να μην ξέραμε πολλά για τους Έλληνες και την τέχνη τους...»

«...οι βενεδικτίνοι μοναχοί ήταν οι μόνοι που ασχολήθηκαν με τη σκέψη και τις ανακαλύψεις της αρχαιότητας. Συγκέντρωσαν όλους τους παλιούς παπύρους και τα χειρόγραφα που κατάφεραν να βρουν για να τα μελετήσουν. Και τα αντέγραψαν για να τα διαδώσουν και να τα διαβάσουν κι άλλοι.»

«...Τα μοναστήρια ήταν τα μόνα μέρη εκείνη την εποχή [...τον Μεσαίωνα] όπου ανθούσε η μάθηση και η μετάδοση της γνώσης, και όπου η ανάμνηση της αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής σκέψης ήταν ακόμα ζωντανή...»

«...Οι ιππότες και οι ακόλουθοί τους είχαν ραμμένους στους ώμους τους κόκκινους σταυρούς από ύφασμα και ονομάζονταν Σταυροφόροι. Στόχος τους να ελευθερώσουν τον τόπο όπου κάποτε έστεκε ο σταυρός του Χριστού. Όταν έπειτα από πολύχρονες μάχες και απίστευτες κακουχίες έφτασαν έξω από τα τείχη της Ιερουσαλήμ, λένε πως, αντικρίζοντας από κοντά την Ιερή Πόλη, για την οποία γνώριζαν τόσα από τη Βίβλο, η συγκίνησή τους ήταν τέτοια, που έσκυψαν κλαίγοντας και φίλησαν το χώμα. Μετά πολιόρκησαν την πόλη. Τα αραβικά στρατεύματα αμύνθηκαν γενναία, αλλά τελικά οι ιππότες την κατέλαβαν. Μόλις όμως μπήκαν στην Ιερουσαλήμ, δε συμπεριφέρθηκαν ούτε ως ιππότες, ούτε ως χριστιανοί. Κατέσφαξαν όλους τους μουσουλμάνους και διέπραξαν φρικτές βαρβαρότητες. Στη συνέχεια έκαναν μετάνοιες και, τραγουδώντας ψαλμωδίες, προχώρησαν ξυπόλυτοι προς τον τάφο του Χριστού...»

«...Όποιος ήταν πιο ισχυρός άρπαζε απλώς τα πάντα από τον πιο αδύναμο. Αυτό ονομάζεται "δίκαιο του ισχυρού" ή "δίκαιο της πυγμής", γιατί ο ένας ορμούσε στον άλλο προτείνοντας την πυγμή, τη γροθιά του. Βλέπεις λοιπόν πως το δίκαιο της πυγμής δεν είναι καθόλου δίκαιο, αλλά καθαρή αδικία.»

«...Ο Μοντεζούμα είχε παραλύσει από την τόση ασέβεια και αυθάδεια, και δεν τόλμησε να κάνει τίποτα για να διώξει τους λευκούς εισβολείς, καθώς σύμφωνα με έναν αρχαίο θρύλο κάποτε θα έρχονταν γιοι του Ήλιου, λευκοί θεοί από την Ανατολή, για να καταλάβουν τη χώρα. Αυτοί οι λευκοί θεοί πίστευαν ότι ήταν οι Ισπανοί. Βέβαια εκείνοι συμπεριφέρονταν περισσότερο σαν λευκοί διάβολοι...»

«...Ο πιστός δεν πρέπει να αρκείται στο κήρυγμα της εκκλησίας, αλλά να διερευνά μόνος του, διαβάζοντας τη Βίβλο, το θέλημα του Θεού. Μόνο ό,τι λέει η Βίβλος ισχύει, πίστευε ο Λούθηρος.
 Ο Λούθηρος δεν ήταν ο πρώτος άνθρωπος που είχε αυτές τις απόψεις. Εκατό χρόνια νωρίτερα ένας ιερέας που ονομαζόταν Γιαν Χους είχε διδάξει λίγο πολύ τα ίδια στην Πράγα...»

«...Ο Λούθηρος είχε διδάξει ότι κάθε άνθρωπος πρέπει να υπακούει στη συνείδησή του μόνο και σε κανέναν άλλο. Και ότι ως ανεξάρτητη και απόλυτα ελεύθερη ύπαρξη, πρέπει να παλέψει μόνος του για τη θεία χάρη...»

«...Το 1618 δυσαρεστημένοι προτεστάντες πέταξαν από το παράθυρο του κάστρου της Πράγας τρεις από τους καθολικούς συμβούλους του βασιλιά. Προσγειώθηκαν σ' ένα σωρό κοπριάς, έτσι δεν έπαθαν τίποτα σπουδαίο... το συμβάν αυτό - γνωστό ως Εκπαραθύρωση της Πράγας - αποτέλεσε το έναυσμα για έναν φοβερό πόλεμο που ξέσπασε τότε και κράτησε τριάντα χρόνια...»

«...Όλες αυτές οι ιδέες που άρχισαν να διατυπώνονται μετά το 1700 πρώτα στην Αγγλία και μετά στη Γαλλία δημιούργησαν το κίνημα του Διαφωτισμού, το οποίο ονομάστηκε έτσι γιατί αντιμαχόταν το απέραντο σκοτάδι των προλήψεων, αντιπαραθέτοντας το φως της λογικής...»
«...η ανεκτικότητα, η λογική και ο ανθρωπισμός... οι τρεις θεμελιώδεις αρχές του Διαφωτισμού...»

«...Μερικοί άνθρωποι άρχισαν να νιώθουν ότι η κατάσταση δεν μπορούσε να συνεχιστεί έτσι. Ότι είναι άδικο ένας άνθρωπος, απλά και μόνο επιδή έτυχε να έχει δικιά του μια μηχανή, την οποία πιθανόν και να είχε κληρονομήσει, να μεταχειρίζεται τους άλλους με χειρότερο τρόπο απ' ό,τι οι αριστοκράτες τους αγρότες τους. Πίστευαν ότι πράγματα όπως τα εργοστάσια και οι μηχανές, που η κατοχή τους σημαίνει τεράστια εξουσία πάνω στη μοίρα των ανθρώπων, δεν πρέπει να ανήκουν σε μεμονωμένα άτομα, αλλά σε όλους από κοινού. Η ιδέα αυτή ονομάζεται σοσιαλισμός...»

«...ο Μαρξ πίστευε ότι στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν πια επαγγέλματα, αλλά δύο είδη, ή τάξεις, ανθρώπων, οι κατέχοντες και οι μη κατέχοντες - ή, όπως τους έλεγε αλλιώς, οι καπιταλιστές και οι προλετάριοι...»

«...Μέσα σε μερικές δεκαετίες οι Ιάπωνες έμαθαν όλα όσα μπορούσε να τους διδάξει η Ευρώπη σχετικά με τις μηχανές για τον πόλεμο ή για την ειρήνη. Κι όταν πια ένιωσαν έτοιμοι, υπέβαλαν στους Ευρωπαίους με κάθε ευγένεια τα σέβη τους: 'Τώρα γνωρίζουμε όσα γνωρίζετε κι εσείς. Τώρα τα δικά μας ατμόπλοια θα εξορμούν με στόχο το εμπόριο και της κατακτήσεις, και τα δικά μας κανόνια θα βομβαρδίζουν ειρηνικές πόλεις όταν κάποιος τολμήσει να προσβάλει έναν Ιάπωνα'. Οι Ευρωπαίοι έμειναν άναυδοι, και ακόμα και σήμερα εξακολουθούν να σαστίζουν. Γιατί οι Ιάπωνες είναι οι καλύτεροι μαθητές ολόκληρης της ιστορίας της ανθρωπότητας...»

«...Είχε μάλιστα πει [ο Μπίσμαρκ] την περίφημη φράση ότι τα μεγάλα ζητήματα της ιστορίας δεν επιλύονται με ψηφίσματα, αλλά με σίδερο και αίμα...»

«...Το 1917 ξέσπασε στη Ρωσία επανάσταση... κατά την οποία την εξουσία πήραν στα χέρια τους οι εργάτες των βιομηχανικών πόλεων υπό την καθοδήγηση του αρχηγού τους, Λένιν. Αναδιένειμαν τα χωράφια στους αγρότες, κατάσχεσαν τις περιουσίες των πλουσίων και των αριστοκρατών και προσπάθησαν να κυβερνήσουν την πρώην αυτοκρατορία ακολουθώντας τις αρχές του Μαρξ...»

«...Ξέρω έναν γέρο, σοφό βουδιστή μοναχό που μια φορά, μιλώντας στους συμπατριώτες του, είπε ότι θα ήθελε πολύ να μάθει γιατί όλοι οι άνθρωποι συμφωνούν ότι είναι γελοίο και αξιολύπητο όταν κάποιος καυχιέται και λέει: "Είμαι ο πιο έξυπνος, ο πιο δυνατός, ο πιο γενναίος και ο πιο χαρισματικός άνθρωπος στον κόσμο", ενώ, όταν αντί για "εγώ" πει "εμείς" και ανακοινώσει ότι "Εμείς είμαστε οι πιο έξυπνοι, οι πιο ισχυροί, οι πιο γενναίοι και οι πιο χαρισματικοί άνθρωποι στον κόσμο", τότε τον χειροκροτούν με ενθουσιασμό στην πατρίδα του και τον αποκαλούν πατριώτη. Φυσικά αυτή η συμπεριφορά δεν έχει καμία σχέση με τον πατριωτισμό. Μπορεί κάποιος να είναι αφοσιωμένος στην πατρίδα του χωρίς να ισχυρίζεται ότι οι κάτοικοι όλου του υπόλοιπου κόσμου δεν είναι παρά ένας συρφετός. Όσο περισσότεροι άνθρωποι πέφτουν στην παγίδα αυτής της ανοησίας, τόσο μεγαλύτερη είναι η απειλή για την ειρήνη...»

«...τα τελευταία χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου οι Εβραίοι όλων των χωρών της Ευρώπης που βρίσκονταν υπό γερμανική κατοχή - εκατομμύρια άντρες, γυναίκες και παιδιά - εκδιώχθηκαν από την πατρίδα τους. Μεταφέρθηκαν ανατολικά κι εκεί δολοφονήθηκαν...»

«...Με δεδομένο το μωσαϊκό των διαφορετικών λαών που ζουν στο μικρό μας πλανήτη, είναι επιτακτική η ανάγκη να μάθουμε να σεβόμαστε και να ανεχόμαστε ο ένας τον άλλο, ιδιαίτερα τώρα που τα τεχνολογικά επιτεύγματα μας έχουν φέρει όλους πολύ πιο κοντά...»

Μετάφραση: Έλενα Καμηλάρη
Εκδόσεις: Πατάκη 2012

Wednesday, August 1, 2012

Ο Δρόμος των Δακρύων - Χόρχε Μπουκάι

«...Να σου πω μια ιστορία:
 Ήταν μια φορά ένας ορειβάτης και επιχειρούσε μια πολύ δύσκολη αναρρίχηση σε ένα βουνό με έντονη χιονόπτωση. Πέρασε τη νύχτα μαζί με άλλους στο καταφύγιο. Το πρωί το χιόνι έχει σκεπάσει για τα καλά το βουνό, πράγμα που κάνει την αναρρίχηση ακόμη πιο δύσκολη. Δεν θέλει, όμως, να γυρίσει πίσω, κι έτσι, όπως μπορεί, με μεγάλη προσπάθεια και θάρρος, συνεχίζει την αναρρίχηση, σκαρφαλώνει στο απόκρημνο βουνό. Μέχρι που κάποια στιγμή, ίσως από κακό υπολογισμό, ίσως γιατί η κατάσταση ήταν πραγματικά δύσκολη, πάει να στερεώσει στον πάσσαλο το σχοινί ασφαλείας και του γλιστράει ο γάντζος. Ο ορειβάτης γκρεμίζεται... αρχίζει να κατρακυλάει στο βουνό χτυπώντας άγρια στα βράχια ενώ το χιόνι πέφτει πυκνό...
Από μπροστά του βλέπει να περνάει όλη του η ζωή. Κλείνει τα μάτια περιμένοντας το χειρότερο, και ξαφνικά, νιώθει στο πρόσωπό του ένα χτύπημα από σχοινί. Χωρίς καθόλου να σκεφτεί, πιάνεται από το σχοινί με μια ενστικτώδη κίνηση. Ποιος ξέρει... Το σχοινί αυτό μπορεί να έμεινε εκεί κρεμασμένο από κάποιον πάσσαλο... κι αν είναι έτσι, θα μπορέσει να τον κρατήσει και να σταματήσει την πτώση του.
Κοιτάζει προς τα πάνω, αλλά το μόνο που βλέπει είναι η χιονοθύελλα και το πυκνό χιόνι που πέφτει πάνω του. Τα δευτερόλεπτα μοιάζουν αιώνες σ' αυτό το κατρακύλισμα που γίνεται όλο και πιο γρήγορο και μοιάζει να μην τελειώνει... Ξαφνικά, το σχοινί τινάζεται και νιώθει αντίσταση. Ο ορειβάτης δε βλέπει τίποτε, ξέρει όμως ότι προς το παρόν έχει σωθεί. Το χιόνι πέφτει ασταμάτητα, κι αυτός εκεί, δεμένος με το σχοινί, μέσα στο φοβερό κρύο, κρεμασμένος από ένα κομμάτι λινάρι, που τον κρατάει για να μην τσακιστεί πέφτοντας στη χαράδρα ανάμεσα στα βουνά.
Προσπαθεί να δει τι υπάρχει γύρω του, αλλά μάταια, δεν ξεχωρίζει τίποτε. Φωνάζει δυο-τρεις φορές, αλλά καταλαβαίνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τον ακούσει κανείς. Η πιθανότητα να σωθεί είναι απειροελάχιστη. Και να δουν ότι λείπει, δε θα μπορέσει κανείς ν' ανέβει να ψάξει γι' αυτόν πριν σταματήσει η χιονοθύελα, αλλά και τότε ακόμη, πώς να ξέρουν ότι βρίσκεται κρεμασμένος στο γκρεμό;
Αντιλαμβάνεται πως αν δεν κάνει κάτι γρήγορα, αυτό θα είναι το τέλος του.
Όμως, τι να κάνει;
Θα μπορούσε ίσως να σκαρφαλώσει προς τα πάνω και να προσπαθήσει να φτάσει στο καταφύγιο, αμέσως όμως καταλαβαίνει πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Ξαφνικά, ακούει μια φωνή μέσα του που του λέει "λύσου!" Μπορεί να είναι η φωνή του Θεού, ή η φωνή της εσωτερικής του σοφίας, μπορεί όμως να είναι κάποιο κακό πνεύμα, ή παραίσθηση, ακούει πάντως τη φωνή να επιμένει "λύσου, λύσου!"
Σκέφτεται πως αν λυθεί αυτή τη στιγμή σίγουρα θα σκοτωθεί. Θα είναι ένας τρόπος για να τελειώσει το μαρτύριό του. Μπαίνει στον πειρασμό να επιλέξει το θάνατο για να σταματήσει να υποφέρει. Σαν απάντηση όμως στη φωνή δένεται ακόμα πιο σφιχτά. Και η φωνή επιμένει "λύσου!"... Μη βασανίζεσαι άλλο, δεν έχει νόημα τόσος πόνος... "λύσου!" Εκείνος, όμως, δένεται ακόμη πιο σφιχτά, ενώ πολύ αποφασιστικά λέει μέσα του πως καμία φωνή δεν πρόκειται να τον πείσει να αφήσει αυτό που χωρίς αμφιβολία του έχει σώσει τη ζωή. Η σύγκρουση αυτή συνεχίζεται για ώρες, ο ορειβάτης όμως εξακολουθεί να είναι δεμένος μ' αυτό που νομίζει πως είναι η μοναδική του δυνατότητα να σωθεί.
Ο μύθος λέει ότι την άλλη μέρα η ομάδα διάσωσης βρήκε τον ορειβάτη μισοπεθαμένο. Η ζωή του κρεμόταν από μια κλωστή. Ακόμα λίγα λεπτά, και ο ορειβάτης θα είχε πεθάνει από το κρύο, παγωμένος, και, παραδόξως, δεμένος με το σχοινί του... σε απόσταση λιγότερο από ένα μέτρο από το έδαφος...»

Μετάφραση: Κωνσταντίνα Επισκοπούλου
Εκδόσεις: Οpera 2010

Friday, March 23, 2012

Το Δαιμόνιο - Γιώργος Θεοτοκάς

«...Το αυτοκίνητο σταμάτησε στο χωριουδάκι. Ο Ρωμύλος έτρεξε προς ένα σπίτι και χτύπησε δυνατά την πόρτα. Ήταν το σπίτι του φύλακα του Κάστρου που ήταν γνωστός του. Ο Ρωμύλος μπήκε μέσα, συζήτησε λίγη ώρα και γύρισε κουβαλώντας ένα πελώριο κλειδί.
"Πάμε!" πρόσταξε.
Ανεβήκαμε τον ανήφορο και περάσαμε την πέτρινη γέφυρα της τάφρου. Ο Ρωμύλος στάθηκε εμπρός στη σκουριασμένη πόρτα του Κάστρου και τη χτύπησε τρεις φορές με το κλειδί.
"Ανοίξτε!" φώναξε. "Ανοίξτε να περάσει ο θίασος του δουκός"!
Έχωσε το κλειδί στην κλειδαριά κι άνοιξε με κόπο. Οι στρόφιγγες της πόρτας έτριξαν βαριά. Προχωρήσαμε, μέσα στο σκοτάδι, σ' ένα σκεπαστό κι ανηφορικό διάδρομο. Ο Ρωμύλος έτρεξε μπροστά.
"Ευγενικοί άρχοντες και γλυκιές αρχόντισσες!" φώναξε με στόμφο. "Γενναίοι ιππότες και βιγλάτορες! Ήρθε ο θίασος του παινεμένου του δουκός μας να παίξει για το χατίρι σας και να σας διασκεδάσει. Ελάτε όλοι να μας θαυμάσετε και να γελάσετε και να θρηνήσετε, γιατί τα έργα μας είναι σαν τη ζωή, γεμάτα πάθη και τραγικότητα και χαρά και χάχανα και χίλιες δυο κοροϊδίες. Ελάτε να δείτε το μεγάλο έρωτα του ωραίου Ρωμύλου και της υπέροχης Ιουλιέτας και τα τρελά καμώματα του Πακ στο δάσος της Αθήνας κι όλα τα όνειρα της καλοκαιρινής νυχτιάς! Ελάτε να απολαύσετε! Ελάτε να διδαχτείτε! Ελάτε να συγκινηθείτε και να εξυψωθείτε!"
Άκουσα μια νυχτερίδα που βροντούσε τα φτερά της στις κάμαρες. Στην άκρη του διαδρόμου, η νύχτα έλαμπε πάλλευκη και μυστηριακή...»

«...Περάσαμε το σκοτεινό διάδρομο και βγήκαμε στην εσωτερική πλατεία του Κάστρου, όπου βρίσκεται το σπίτι του δουκός, ολόρθο, ανάμεσα στα χαλάσματα. Αριστερά μας ήταν ο γκρεμνός. Κάτω απλωνότανε ο κάμπος, σπαρμένος μικροσκοπικά χωριά, βουβός και θαμπός στο σεληνόφως. Πιο πέρα, ολόγυρα, ήταν η θάλασσα, αστραφτερή.
Η πανσέληνος αρμένιζε ελεύθερα στον κατακάθαρο ουρανό και πρόσδιδε στο καθετί που άγγιζε με το γαλατένιο φως της ένα ύφος ανάλαφρο, φευγαλέο και εξωτικό. Προς το κέντρο του Κάστρου, οι ίσκιοι των νέων δέντρων σχημάτιζαν ένα πυκνό άλσος, σκοτεινό, αιθέριο, γεμάτο δροσιά και μυστικούς ψιθυρισμούς. Μας καλούσαν, αλλά και μας φόβιζαν λιγάκι. Έτσι καθώς σπαρταρούσαν και καθώς θρόιζαν ανάμεσα στους παλαιικούς και γκρεμισμένους τοίχους, ήταν σαν μια οπτασία, σαν καμιά συντροφιά νεανικά και καλόβολα φαντάσματα που βγήκανε να πάρουν τον αέρα τους στα σύνορα της χώρας των νεκρών. Ψηλότερα από τα δέντρα, οι επάλξεις διαγράφανε μια μαύρη ξεσκισμένη δαντέλα που ξεχώριζε σκληρά απάνω στο αργυρό στερέωμα.
Η Ιφιγένεια έδειξε τα δέντρα στον Μάρτιν.
"Τι δάσος μπορεί να είναι αυτό;" ρώτησε.
"Είναι το δάσος του Midsummer night's dream ή του As You Like It

Ειδική έκδοση για την εφημερίδα "Tο Βήμα" 2012
Σειρά: Κορυφαίοι Έλληνες Πεζογράφοι του 20ου αιώνα
Επιμέλεια σειράς: Ελένη Κεχαγιόγλου

Saturday, March 10, 2012

M is for Magic, by Neil Gaiman


From: "October in the Chair"
"...They squeezed through a huge iron gateway, rusted part open, part closed, and the were in the little meadow at the bottom of the slope.
'This place is cool,' said the Runt.
There were dozens of stones of all sizes in the small meadow. Tall stones, bigger than either of the boys, and small ones, just the right size for sitting on. There were some broken stones. The Runt knew what sort of place this was, but it did not scare him. It was a loved place..."

"...'How did you die?' asked the Runt.
'I got sick,' said Dearly. 'My maw cried and carried on something fierce. Then I died.'
'If I stayed here with you,' said the Runt, 'would I have to be dead, too?'
'Maybe,' said Dearly. 'Well, yeah. I guess.'
'What's it like? Being dead?'
'I don't mind it,' admitted Dearly. 'Worst thing is not having anyone to play with.'
'But there must be lots of people up in that meadow,' said the Runt. 'Don't they ever play with you?'
'Nope,' said Dearly. Mostly, they sleep. And even when they walk, they can't be bothered to just go and see stuff and do things. They can't be bothered with me. You see that tree?'
It was a beech tree, its smooth gray bark cracked with age. It sat in what once must have been the town square, ninety years before.
'Yeah,' said the Runt.
'You want to climb it?'
'It looks kind of high.'
'It is. Real high. But it's easy to climb. I'll show you.'
It was easy to climb. There were handholds in the bark, and the boys went up the big beech like a couple of monkeys or pirates or warriors. From the top of the tree one could see the whole world. The sky was starting to lighten, just a hair, in the east.
Everything waited. The night was ending. The world was holding its breath, preparing to begin again.
'This was the best day I ever had,' said the Runt.
'Me, too," said Dearly..."

I N S T R U C T I O N S

"Touch the wooden gate in the wall you never saw before,
Say 'please' before you open the latch,
go through,
walk down the path.
A red metal imp hangs from the green painted front door,
as a knocker,
do not touch it; it will bite your fingers.
Walk through the house. Take nothing. Eat nothing.
However,
if any creature tells you that it hungers,
feed it.
If it tells you that it is dirty,
clean it.
If it cries to you that it hurts,
if you can,
ease its pain.
From the back garden you will be able to see the wild wood.
The deep well you walk past leads down to Winter's realm;
there is another land at the bottom of it.
If you turn around here,
you can walk back, safely;
you will lose no face. I will think no less of you.

Once through the garden you will be in the wood.
The trees are old. Eyes peer from the undergrowth.
Beneath the twisted oak sits an old woman.
She may ask for something;
give it to her.
She will point the way to the castle.
Inside it are three princesses.
Do not trust the youngest. Walk on.
In the clearing beyond the castle
the twelve months sit about a fire,
warming their feet, exchanging tales.
They may do favors for you, if you are polite.
You may pick strawberries in December's frost.
Trust the wolves, but do not tell them 
where you are going.
The river can be crossed by the ferry. 
The ferryman will take you
(The answer to his question is this:
If he hands the oar to his passenger, 
he will be free to leave the boat.
Only tell him this from a safe distance.)

If an eagle gives you a feather, keep it safe.
Remember: that giants sleep too soundly;
that witches are often betrayed by their appetites;
dragons have one soft spot, somewhere, always;
hearts can be well hidden,
and you betray them with your tongue.
Do not be jealous of your sister:
know that diamonds and roses
are as uncomfortable when they tumble 
from ones lips as toads and frogs:
colder, too, and sharper, and they cut.

Remember your name.
Do not lose hope - what you seek will be found.
Trust ghosts. Trust those that you have
helped to help you in their turn.
Trust dreams.
Trust your heart, and trust your story.

When you come back, return the way you came.
Favors will be returned, debts be repaid.
Do not forget your manners.
Do not look back.
Ride the wise eagle (you shall not fall)
Ride the silver fish (you will not drown)
Ride the gray wolf (hold tightly to his fur)

There is a worm at the heart of the tower;
that is why it will not stand.

When you reach the little house, 
the place your journey started,
you will recognize it,
although it will seem
much smaller than you remember.
Walk up the path, and through the garden gate
you never say before but once.
And then go home. Or make a home.

Or rest."