Thursday, August 28, 2014

Αλδεβαράν - Παύλος Μάτεσις

«Η θάλασσα τού άρεσε όταν ήταν παιδί, τώρα έχει γίνει συνοικιακό κοσμικό γεγονός, προπαντός το καλοκαίρι την έχουν κάνει κατοχή οι φτωχομπινεδοκοσμικοί. Την ακρογιαλιά την έχουν βαφτίζει "πλαζ". Σαν ναυαγοί τριτοκοσμικοί, θυμίζει φεστιβάλ ζητιάνων, αλλοδαπών ζητιάνων μάλιστα. Ταλαίπωρες μαμάδες σε απεγνωσμένες διακοπές, μπουγαδιάζουν μωρά στο κύμα, σε θάλασσα που ο Ερμής την αισθάνεται ιδιοκτησία του, δική του.
- Όχι δηλαδή, Μύρτο, λογάριασε: δύο χιλιάδες κυράδες ίσον τέσσερεις χιλιάδες αμασχάλες - αποφεύγω να σκεφτώ τι άλλο ξεπλένουν. Και όταν μία με μαγιό στέκει μαρμαρωμένη από μαγεία, ίσαμε τη μέση στο νερό και ατενίζει ρομαντικά το μέλλον, δεν ατενίζει, Μύρτο: κατουράει. Και συ ο μαλάκας κολυμπάς παραπλεύρως και κάνεις γαργάρα τα τουριστικά νερά. Δηλαδή πηγαίνει σε θάλασσα ο Ερμής, με την κοπέλα του αλλά όχι εδώ γύρω. Στον Ειρηνικό πηγαίνουν.
- Στον Ειρηνικό δηλαδή δεν κατουράνε οι κυρίες, Ερμή;
- Όχι, κατούρησαν πιο πριν. Στην Ευρώπη.
Ο Μύρτος γελούσε.
- Στον φάρο τον δικό μου είναι αλλιώς, είπε. Μάλιστα τον χειμώνα, τη νύχτα μέσα στον φάρο, απάνω, όταν είναι αναμμένος και τον χαιρετάει από μακριά με τη σειρήνα του κανένα περαστικό πλοίο. Ξέρεις, τα θεμέλιά του τα έχουν σκάψει μέσα στον βράχο και όταν τον βαράει το κύμα, τον χειμώνα αυτό, ο φάρος κουνιέται, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τον σεισμό από τη φουρτούνα.
-Έτσι, έτσι, συμφωνούσε ο Ερμής, τον χειμώνα αλλάζει πρόσωπο η θάλασσα, δεν έχει τουρίστες, δεν έχει "πλαζ" με χορταρένιες ομπρέλλες σε στυλ βλαχο-εξωτικό, με τις χιλιάδες ξαπλώστρες γεμάτες κώλους πλαδαρούς που περιμένουν πελατεία αλλά μένουν στα αζήτητα - σαν νεκροτομείο μοιάζουν από μακριά, Μύρτο. Η πολυκοσμία αγρίευε τον Ερμή, όταν σε συνωστισμό τον ακουμπούσε κανείς τυχαία, τον κυρίευε διάθεση να ρίξει γροθιά. Στριμωξίδι άγριο, ρε Μύρτο, σαν βάρκα με λαθρομετανάστες. Σε κάτι λούμπεν κοσμικά νησιά, όπου καμιά φορά με τραβάει η εκάστοτε δικιά μου, στην πλαζ κάνεις ν' αγγίξεις τον πισινό σου και χαϊδεύεις τον πισινό του διπλανού. Και το ίδιο κάνει και ο διπλανός. Και τον έχει σε μεγάλη εκτίμηση τον κώλο του ο Ερμής - και συ τον δικό σου, κύριε Μύρτο, θέλω να ελπίζω. Του το οφείλεις δηλαδή, δεν έχεις καμία διάθεση να σου τον μαλάζει ο κάθε τυχών διπλανός. Δεν γουστάρω ξυσίματα, τον έχω καλομάθει με χάδι τον κώλο μου εγώ, είτε σελφ-σέρβις όταν είμαι στην μπανιέρα, ή αν μου τον νταντεύει μια γυναίκα - νά 'ναι όμως ωραία η γυναίκα, σύμφωνος κύριε Μυρτίλε; Εσύ θα ξέρεις απ' αυτά - Πού χάθηκες;»

«Στον πλανήτη μας έζησαν και κυριάρχησαν, παλαιά, τεράστιοι οργανισμοί. Και δεν ήξεραν ότι θα πεθάνουν. Αυτό μόνο εμείς, οι σημερινοί, το γνωρίζουμε. Αυτά τα μεγαλειώδη θηρία δεν ήξεραν πως είναι θηρία, και εξαφανίστηκαν. Εμείς δεν γνωρίζουμε γιατί εξαφανίστηκαν. Έτσι κι εμείς. Δεν είμαστε τεράστιοι οργανισμοί εμείς, όμως γίναμε οι κάτοχοι του πλανήτη. Και θα εξαφανιστούμε. Και η φύση δεν θα πάρει είδηση την απουσία μας. Όπως δεν έχει πάρει είδηση την παρουσία μας, την ύπαρξή μας. Θα εξαφανιστούμε. Δεν είναι και για πένθος. Μακάρι να το αποδεχτούμε, υποδεχτούμε αγκαλιασμένοι εμείς οι δύο, στο κρεβάτι σου, μας.»

«...Ο Ερμής κοίταζε ψηλά. Και, Μερκούρη, λέει σιγά, δίχως να γυρίσει να κοιτάξει, μήπως ξέρεις εσύ... τι είναι Αλδεβαράν;
-Αλδεβαράν! Δεν ξέρεις τον Αδεβαράν εσύ! Τι σκατά φαροφύλακας μού είσαι!
-Τι είναι Αλδεβαράν;
-Έλα από δώ. Από την από δώ μεριά. Ψηλά κοίτα.
-Πού ψηλά;
-Άστρο είναι, στο ημισφαίριό μας - δεξιά κοίτα, εκεί. Βλέπεις τα εφτά μαζεμένα αστέρια, εκείνα... τα στριμωχτά; Τα λέγαν Πλειάδες οι Αρχαίοι, κόρες του Άτλαντα, ο Δίας τις μεταμόρφωσε σε άστρα. Αυτές είναι η Πούλια, έτσι τη λένε τώρα - τις βλέπεις;
-Αυτές εκεί - ναι.
-Παρακάτω, ευθεία γραμμή - μην κοιτάς λοξά μωρέ, πάρα κάτω σού λένε. Άλλο συγκρότημα, αυτό οι Αρχαίοι τό 'λεγαν Υάδες. Τώρα: στην άκρη - άκρη τους, το πλέον φωτεινό αστέρι - διακρίνεις;
-Ναι.
-Αυτός είναι ο Αλδεβαράν - χαιρέτα τον. Απόσταση; Από τη Γή, εξήντα πέντε έτη φωτός, είναι ο μεγαλύτερος στον αστερισμό του Ταύρου, τώρα τον ξεχωρίζεις, έτσι; Γνωριστήκατε.
-Τώρα, ναι. Ο Αλδεβαράν.
-Λαμπαδίας. Έτσι λεγόταν παλιά. Και οι Άραβες τον εβάφτισαν Αλδεβαράν...»

Εκδόσεις Καστανιώτη 2007

Friday, February 7, 2014

Hotel Chelsea - Γιώργος Γλυκοφρύδης

«...Ο ήλιος απέναντι είχε κατεβεί, φαινόταν ήδη ο μισός. Και η πορτοκαλιά και κόκκινη γραμμή του έφτανε μέχρι εκείνους. Μετά αντιφέγγιζε στα ποτήρια και συνέχιζε μέχρι πίσω σ' ένα κτίριο, να βάψει τα μπαλκόνια, να εισχωρήσει μέχρι μέσα στα σπίτια με παράθυρα χωρίς κουρτίνες, για να σταματήσει σε κανέναν άδειο τοίχο. Εκεί, να εξαφανίσει το μπετόν. Ν' αφήσει μόνο την Κρήτη. Πανέμορφη, χιλιετίες τώρα.»

«...Περνούσαν υπέροχα μαζί. Αλλά ο έρωτας μαζί του, κι αυτό ανάγκη; Ανάγκη ποιανού; Δική της; Ή της τέχνης; Μα αφού αυτά τα δύο ήταν το ίδιο, τι τον ένοιαζε; Άλλωστε, σε αυτό ταυτίζονταν. Κυριολεκτικά. Η τέχνη στην πράξη της δεν αναλύει τίποτε. Απλώς κάνει έρωτα. Αργότερα, όταν η προσωπικότητα έρθει στην επιφάνεια, μετά τις γεύσεις και τις μυρωδιές των σωμάτων, αρχίζει τις λέξεις. Όπου και συχνά τα σκοτώνει όλα. Αυτή τη δολοφονία η Σάρα την απέφευγε αριστοτεχνικά, εκπληκτικά ώριμα. Εκείνος, αντίθετα, έβγαζε όλα του τα όπλα. Μακελεύοντας αδιαλείπτως...»

«...Μια πόρτα άνοιξε απότομα κι ένα παιδάκι βγήκε. Ένα χαμόγελο από μόνο του. Καβάλησε ένα τρίκυκλο ποδήλατο που το έσερνε από το τιμόνι και πήγε προς το βάθος του διαδρόμου. Έστριψε γρήγορα. Οι ρόδες ακούγονταν στο δάπεδο. Πέρασε από μπροστά της. Ω, Θεέ μου, έχει φαντάσματα εδώ μέσα...»

«...Το Chelsea Hotel, υπέροχο, πορφυρό, αριστοκράτης μέντορας με απαλό βήχα από τα πούρα και το κόκκινο κρασί, κουρασμένο rock 'n' roll αστέρι αλλά χαμογελαστό εφόσον τα ξέρει όλα, ξανθιά τραγουδίστρια με πρασινογάλαζα μάτια ή και ηθοποιός με αστραφτερά μπλε, ναρκομανής χοντρός ζωγράφος, συγγραφέας όπως και να έχει, και ποιητής, ποιητής πάνω απ' όλα, μ' ένα παρελθόν "Ιστορία της Τέχνης" από μόνο του, ή και άλλα, η και τα πάντα, έστεκε εκεί, στη Δυτική 23η, στο νούμερο 222, στο Μανχάταν, στη Νέα Υόρκη, κτίσμα ορόσημο μιας ούτως ή άλλως υπερπόλης, να ορίζει, το γιατί της Τέχνης, και όχι μόνο.»

Εκδόσεις: Ψυχογιός 2012

Thursday, February 6, 2014

Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο - Άλκη Ζέη

«...Πώς διαβάζονται τα εξωσχολικά βιβλία: 
1. Μπορείς να έχεις τα πόδια ψηλά πάνω στα κάγκελα του κρεβατιού και η υπόλοιπη να 'σαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι ανάσκελα και να κρατάς το βιβλίο στον αέρα.
2. Μπορείς να είσαι μπρούμυτα στο κρεβάτι και το βιβλίο κάτω στο πάτωμα.
3. Μπορεί, αν έχεις αδελφή, να είναι εκείνη μπρούμυτα στο πάτωμα κι εσύ από πάνω της σαν να σχηματίζετε σταυρό και τα βιβλία βέβαια στο πάτωμα.
4. Το βράδυ όταν πάτε για ύπνο και σας φωνάζουν να σβήσετε το φως, να κουκουλώνεστε με τα σκεπάσματα και να έχετε ένα κλεφτοφάναρο και να διαβάζετε - αυτό μάλλον τον χειμώνα γιατί το καλοκαίρι θα σκάσετε.
5. Στην τουαλέτα μπορείς να διαβάζεις τα απαγορευμένα βιβλία...»

«...Το πρωί ξύπνησα από έναν αλλόκοτο θόρυβο κι ενώ έκανα να σηκωθώ από το κρεβάτι, μπήκε μέσα στο δωμάτιο η μαμά και, περίεργο, φορούσε ακόμη τη ρόμπα της, εκείνη που κάθε πρωί ήτανε ντυμένη να πιει καφέ μαζί με τον μπαμπά πριν φύγει για τη δουλειά. Η Λενούλα κοιμότανε του καλού καιρού, η μαμά πήγε στο κρεβάτι της και την ταρακούνησε.
- Ξύπνα, έγινε πόλεμος.
Η Λενούλα άνοιξε ένα νυσταγμένο μάτι και μουρμούρισε:
- Δεν χτύπησε το ξυπνητήρι.
- Έγινε πόλεμος, ξανάπε η μαμά, και με πήρε το μάτι της που έκανα να πιάσω την ποδιά μου που ήτανε απλωμένη σε μια καρέκλα.
Μου πήρε την ποδιά από τα χέρια.
- Δεν έχει σχολείο, έγινε πόλεμος. Βάλτε ό,τι θέλετε, είπε και βγήκε με φούρια από το δωμάτιο...»

«...Όταν σήμαινε συναγερμός, χαιρόμασταν! Στη δικιά μας πολυκατοικία δεν είχε χώρο για καταφύγιο. Στην απέναντι όμως που έμεναν τα ξαδέλφια μας είχαν μετατρέψει μια μεγάλη αποθήκη στο υπόγειο σε καταφύγιο. Δηλαδή είχαν βάλει σακιά με άμμο γύρω γύρω κι αυτό ήτανε. Η μαμά κι ο μπαμπάς δεν το κουνούσαν από το κρεβάτι τους, υποχρέωναν όμως εμάς να πάμε. Τρέχαμε με πολλή χαρά. Φορούσαμε πάνω από τις πιτζάμες κάτι κόκκινες ρόμπες από μαλακιά ζεστή φανέλα που μας είχαν ράψει λίγο πριν κηρυχτεί ο πόλεμος. Εκτός από τα ξαδέλφια μας, το καταφύγιο γέμιζε παιδιά. Σχεδόν κανένας μεγάλος δεν ερχότανε, μόνο δυο γιαγιάδες τυλιγμένες σε κουβέρτες που σχεδόν μισοκοιμόντανε.
Κάποιος μπαμπάς είχε κρεμάσει ψηλά δυο λάμπες πετρελαίου κι έφυγε αμέσως λέγοντάς μας να προσέχουμε μην καπνίσουν. Ήτανε μισοσκότεινα, μα τι μας ένοιαζε; Παίζαμε ένα σωρό παιχνίδια. Λέγαμε αινίγματα...»

«...Πηγαίναμε λοιπόν τις Κυριακές το πρωί και μόλις ανεβαίναμε τα σκαλιά και βλέπαμε πέρα στην κορφή το άσπρο σπιτάκι, ήτανε σαν να βρισκόμασταν ξαφνικά σε άλλο κόσμο. Χωρίς πόλεμο, χωρίς Γερμανούς, χωρίς πείνα...
- Καλώς τα βλασταράκια μου!
Και τα βλασταράκια τρέχανε χαρούμενα να μπούνε στο μαγικό άσπρο σπιτάκι.
Τους διάβασα πρώτα τον Κλούβιο. Όχι, η φωνή μου δεν έτρεμε, έμοιαζε σαν παιχνίδι.
Κι όσο γελούσανε όταν διάβαζα τόσο πιο πολύ ένιωθα σιγουριά...»

«...Έγραφα λοιπόν την Κλαψωδία νούμερο τέσσερα "Ο Οδυσσέας στην Καλυψώ". Η Καλυψώ, ντυμένη κι αυτή από τη μαμά μου, είχε κατακόκκινα αληθινά μαλλιά από μια κοτσίδα της θείας Ξάνθης που τη φύλαγε από τα νιάτα της και μας την έδωσε με πολλή χαρά. Δεν πήγε χαμένο ό,τι μας έλεγε η Περράκη για τον υπερρεαλισμό. Η Καλυψώ ήταν διανοούμενη σουρεαλίστρια, απήγγελε στον Οδυσσέα Μάτση Ανδρέου, κι η φωνή της Κλειώς ηχούσε μαγευτικά και καθήλωνε μικρούς και μεγάλους. "Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή. Σε περιέχω όπως το αραχωβίτικο κιούπι το λάδι. Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει μες στα πλεμόνια του το δειλινό τον μπάτη. Σ' αγροικώ με την ίδια διάθεση που ο ερυθρόδερμος κολλάει τ' αυτί του χάμω για ν' ακούσει τον καλπασμό του αλόγου".
Πού να καταλάβει ο θαλασσοδαρμένος ο Οδυσσέας την Καλυψώ και να συνεννοηθεί μαζί της! Άσε πια τον Κλούβιο που άλλα του έλεγε η Καλυψώ να πει στον Οδυσσέα κι αυτός άλλα καταλάβαινε. Συνεννόηση καμία.
Τέλος, όταν ο Οδυσσέας την αφήνει και φεύγει, εκείνη πέφτει να αυτοκτονήσει από έναν βράχο λέγοντας: "Είμαι ένα θλιμμένο καλαμπόκι"...»

«...Μίσος, μίσος. Αυτό ήτανε η Αθήνα μετά τον Δεκέμβρη. Η κυρία Μιράντα δεν μας ξαναμίλησε ποτέ. Ούτε ξανάρθαν σπίτι τους μόλις τους άφησαν ελεύθερους - ούτε ξέρουμε πού τους είχαν κρατήσει ομήρους. Έστειλε μια ξαδέλφη της να πάρει τη Λαίδη κι ούτε ένα ευχαριστώ στη μαμά που την κράτησε. Θα έμεναν στην ξαδέλφη της κάπου στο Χαλάνδρι, ώσπου να λήξει το συμβόλαιό τους και να μετακομίσουν.
- Κι εγώ που νόμιζα τη Μιράντα φίλη μου, λέει η μαμά. Ίσως όμως νομίζει πως εμείς τους καταδώσαμε.
Δεν υπάρχουν πια φίλοι. Δηλαδή οι φίλοι που ξέραμε από παλιά. Τώρα σε κοιτάζουν και τους κοιτάζεις κατάματα και φτάνει ν' ανταλλάξετε δυο λόγια για ν' αγκαλιαστείτε ή να γυρίσετε την πλάτη για πάντα...»

Εκδόσεις: Μεταίχμιο 2013

Monday, November 18, 2013

The Halloween Tree - Ray Bradbury

"There must have been a thousand pumpkins on this tree, hung high and on every branch. A thousand smiles. A thousand grimaces. And twice-times-a-thousand glares and winks and blinks and leerings of fresh-cut eyes. And as the boys watched, a new thing happened. The pumpkins began to come alive..."

"...It's big, it's broad... 
it's broad, it's bright... 
it fills the sky of All Hallows' Night..."

"The strangest sight you've ever seen.
The Monster Tree on Halloween."

"The leaves have burnt to gold and red
The grass is brown, the old year dead,
But hang the harvest high, Oh see!
The candle constellations on the Halloween Tree."

"The stars they turn, the candles burn
And the mouse-leaves scurry on the cold wind bourne,
And a mob of smiles shine down on thee
From the gourds hung high on the Halloween Tree."

"The smile of the Witch, and the smile of the Cat,
the smile of the Beast, the smile of the Bat,
The smile of the Reaper taking his fee,
All cut and glimmer on the Halloween Tree..."

"...O dear sweet dead, come home, and welcome here. 
Lost in the dark but always dear. 
Do not wander, do not roam. 
Dear ones, come home."

Earthlight 2000

Thursday, November 7, 2013

Ο θείος Πλάτων - Άλκη Ζέη

"Ένθαδε κείται, κάτω από το χιόνι
ένα γαϊδουράκι που παγώνει
τό 'στειλε ο θείος Πλάτων από την Ελλάδα
και ψόφησε χωρίς να δει ξανά λιακάδα.

Όχι, δεν θέλω να χαθώ έτσι άδοξα, χωρίς νά 'χω κάνει τίποτα στη ζωή μου. Πρέπει να σωθώ. Δεν υπάρχει πιο φριχτό πράγμα στον κόσμο από το να είσαι ένα γαϊδουράκι από την Ελλάδα, κοκκαλωμένο κάτω από το χιόνι και να μην μπορείς να κάνεις τίποτα. Μα τίποτα. Φταίει ο εμφύλιος πόλεμος κι έχει δίκιο ο Ντιν - νταν - ντον να λέει, πως είναι ο πιο κακός από όλους τους πολέμους. Γιατί, όπως λένε η μαμά κι ο μπαμπάς, αυτοί που κερδίζουνε δεν αφήνουν αυτούς που χάσανε να γυρίσουν στα σπίτια τους κι ας πέρασαν τόσα χρόνια από τότε. Κι ας είναι από το ίδιο χωριό κι από τον ίδιο δρόμο, όπως λέει κι ο Ντιν - νταν - ντον. Αν δεν είχε γίνει αυτός ο πόλεμος, θα ήμασταν τώρα όλοι στην Ελλάδα κι ο θείος Πλάτων δε θά 'χε καμιά ανάγκη να με κάνει πακέτο και να με στέλνει στα ξένα. Εγώ θα έβοσκα ωραία - ωραία σ' ένα λιβάδι παρέα με την πάπια Κατερίνα, η μαμά δε θα παιδευότανε να μάθει τέτοια μπερδεμένη γλώσσα, ο μπαμπάς θα μπορούσε και στην Ελλάδα να "γυρίζει", τα παιδιά θα μπορούσανε κι εκεί να αναπτύξουν τη φαντασία τους και σκασίλα μου αν δεν είχαμε Μπάμπουσκες και κόμπους και χιονονιφάδες και έλκηθρα. Τι τους έπιασε να τον κάνουνε αυτόν τον εμφύλιο, και τι μ' έπιασε και μένα και φλυαρώ, την ώρα που χάνομαι; Βοήθεια... ΒΟΗΘΕΙΑ... θα με σκεπάσει ολόκληρο το χιόνι. Βοήθεια... χάνομ..."

Εκδόσεις: Κέδρος 1982

Wednesday, October 9, 2013

Το Χάρτινο Σπίτι - Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες

«Ο κόσμος των ζώντων, όπως είναι, περιέχει ήδη αρκετά θαύματα και μυστήρια. Θαύματα και μυστήρια που ενεργούν πάνω στα αισθήματα και τη διάνοιά μας με τρόπους τόσο ανεξήγητους, που θα 'χαμε κάθε λόγο να θεωρούμε τη ζωή μια μαγική κατάσταση».
Τζόζεφ Κόνραντ - Η Γραμμή της Σκιάς 

«...Ομολογώ ότι ορισμένες σκέψεις με έβαλαν στον πειρασμό, αλλά ο αναγνώστης είναι ταξιδιώτης σε ένα τοπίο ήδη διαμορφωμένο. Και άπειρο. Έχει γραφτεί και το δέντρο και η πέτρα και ο άνεμος στο φύλλωμα και η νοσταλγία για το φύλλωμα αυτό και η αγάπη για όποιον κάθισε στη σκιά του. Και για μένα δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία από το να ζω λίγες ώρες κάθε μέρα μια εποχή της ανθρωπότητας που διαφορετικά θα μου ήταν ξένη. Δε φτάνει μια ολόκληρη ζωή για να τη ζήσεις. Δανείζομαι από τον Μπόρχες τη μισή μιας φράσης που είπε: η βιβλιοθήκη είναι μια πύλη στο χρόνο...»

«..."Επί αιώνες χρησιμοποιούμε ένα πεζό σύστημα" είχε πει τότε "αδιάφορο για την πραγματική κατάταξη των σχέσεων". Θέλω να πω ότι ο Πέδρο Πάραμο και το Κουτσό είναι δυο έργα Λατινοαμερικάνων συγγραφέων, αλλά για να ακολουθήσεις το δρόμο του ενός πρέπει να ανατρέξεις στον Ουίλιαμ Φόκνερ, ενώ το άλλο μας οδηγεί στον Μόμπιους. Ή για να σ' το πω κι αλλιώς: ο Ντοστογιέφσκι ήταν τελικά πιο κοντά στον Ρομπέρτο Αρλτ παρά στον Τολστόι. Ή ακόμη οι Χέγκελ, Βικτόρ Ουγκό και Σαρμιέντο αξίζει να είναι πιο κοντά από ό,τι οι Πάκο Εσπίνολα, Μπενεντέττι και Φελισμπέρτο Ερνάντες...»

«...Ο Ντελγάδο πήγε μέχρι τη βιβλιοθήκη του, έβγαλε μια παλιά έκδοση της Ευγενίας Γκραντέ και μου την έβαλε στα χέρια. Μου ζήτησε να την ανοίξω και να ψάξω σε οποιαδήποτε σελίδα κάθετους ή διαγώνιους δρόμους που έχουν δημιουργηθεί από τα κενά μεταξύ των λέξεων. Πράγματι, ανακάλυψα φαρδιές λωρίδες που πήγαιναν από γραμμή σε γραμμή, διέσχιζαν παραγράφους και κάπου κάπου σταματούσαν κι έπαιρναν διαγώνια πορεία, από δεξιά προς τα αριστερά, από τα αριστερά προς τα δεξιά ή κατακόρυφα...»

Μετάφραση: Λένα Φραγκοπούλου
Εκδόσεις: Πατάκη 2006


Thursday, September 26, 2013

Μικρή Ιστορία του Κόσμου - E. H. Gombrich

«...Αφότου έχασαν πια την όποια πολιτική ισχύ διέθεταν, οι Έλληνες έγιναν φορείς της μεγαλύτερης πνευματικής δύναμης που υπήρξε ποτέ, της δύναμης που ονομάζουμε ελληνικό πνεύμα. Ξέρεις ποια ήταν τα φρούρια που προστάτευαν και συντηρούσαν αυτό τον πολιτισμό; Οι βιβλιοθήκες. Στην Αλεξάνδρεια π.χ. υπήρχε μια ελληνική βιβλιοθήκη που διέθετε 700.000 παπύρους. Αυτοί οι 700.000 πάπυροι ήταν οι Έλληνες στρατιώτες που ξεκίνησαν να κατακτήσουν τον κόσμο. Και αυτή η αυτοκρατορία υπάρχει μέχρι σήμερα...»

«...Το 202 οι Ρωμαίοι κατέλαβαν την Καρχηδόνα. Ανάγκασαν τους κατοίκους της να κάψουν όλο τους το στόλο και να τους καταβάλουν γενναία πολεμική αποζημίωση. Ο Αννίβας διέφυγε, και αργότερα προτίμησε να πάρει δηλητήριο παρά να πέσει στα χέρια των Ρωμαίων. Η Ρώμη έπειτα από αυτή τη νίκη έγινε τόσο ισχυρή, που κατέκτησε και την Ελλάδα, που ήταν ακόμα υπό την κυριαρχία των Μακεδόνων, αλλά ως συνήθως ήταν διασπασμένη και σε αιώνια διχόνοια. Οι Ρωμαίοι πήραν από την Κόρινθο τα ωραιότερα έργα τέχνης και πυρπόλησαν την πόλη...»

«...Οι Ρωμαίοι γκρέμισαν τα σπίτια της Καρχηδόνας και ισοπέδωσαν τη γη που τη φιλοξενούσε. Όργωσαν με αλέτρια το έδαφός της και έριξαν αλάτι, ώστε να μην ξαναφυτρώσει ποτέ τίποτα.»

«...Οι Ρωμαίοι ποιητές της εποχής του [...του Ιουλίου Καίσαρα], που παραμένουν μέχρι σήμερα οι κορυφαίοι της ρωμαϊκής ιστορίας, προσπάθησαν να μιμηθούν τους Έλληνες στην ποίηση. Οι Έλληνες ήταν το πρότυπό τους, και η ελληνική τέχνη θεωρούνταν η πιο ωραία. Και γι' αυτό θεωρούνταν δείγμα ανωτερότητας για ένα Ρωμαίο να μιλάει ελληνικά, να διαβάζει τους αρχαίους Έλληνες ποιητές και να συλλέγει ελληνικά έργα τέχνης - ευτυχώς για μας, γιατί, αν δεν το είχαν κάνει αυτό οι Ρωμαίοι, ίσως να μην ξέραμε πολλά για τους Έλληνες και την τέχνη τους...»

«...οι βενεδικτίνοι μοναχοί ήταν οι μόνοι που ασχολήθηκαν με τη σκέψη και τις ανακαλύψεις της αρχαιότητας. Συγκέντρωσαν όλους τους παλιούς παπύρους και τα χειρόγραφα που κατάφεραν να βρουν για να τα μελετήσουν. Και τα αντέγραψαν για να τα διαδώσουν και να τα διαβάσουν κι άλλοι.»

«...Τα μοναστήρια ήταν τα μόνα μέρη εκείνη την εποχή [...τον Μεσαίωνα] όπου ανθούσε η μάθηση και η μετάδοση της γνώσης, και όπου η ανάμνηση της αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής σκέψης ήταν ακόμα ζωντανή...»

«...Οι ιππότες και οι ακόλουθοί τους είχαν ραμμένους στους ώμους τους κόκκινους σταυρούς από ύφασμα και ονομάζονταν Σταυροφόροι. Στόχος τους να ελευθερώσουν τον τόπο όπου κάποτε έστεκε ο σταυρός του Χριστού. Όταν έπειτα από πολύχρονες μάχες και απίστευτες κακουχίες έφτασαν έξω από τα τείχη της Ιερουσαλήμ, λένε πως, αντικρίζοντας από κοντά την Ιερή Πόλη, για την οποία γνώριζαν τόσα από τη Βίβλο, η συγκίνησή τους ήταν τέτοια, που έσκυψαν κλαίγοντας και φίλησαν το χώμα. Μετά πολιόρκησαν την πόλη. Τα αραβικά στρατεύματα αμύνθηκαν γενναία, αλλά τελικά οι ιππότες την κατέλαβαν. Μόλις όμως μπήκαν στην Ιερουσαλήμ, δε συμπεριφέρθηκαν ούτε ως ιππότες, ούτε ως χριστιανοί. Κατέσφαξαν όλους τους μουσουλμάνους και διέπραξαν φρικτές βαρβαρότητες. Στη συνέχεια έκαναν μετάνοιες και, τραγουδώντας ψαλμωδίες, προχώρησαν ξυπόλυτοι προς τον τάφο του Χριστού...»

«...Όποιος ήταν πιο ισχυρός άρπαζε απλώς τα πάντα από τον πιο αδύναμο. Αυτό ονομάζεται "δίκαιο του ισχυρού" ή "δίκαιο της πυγμής", γιατί ο ένας ορμούσε στον άλλο προτείνοντας την πυγμή, τη γροθιά του. Βλέπεις λοιπόν πως το δίκαιο της πυγμής δεν είναι καθόλου δίκαιο, αλλά καθαρή αδικία.»

«...Ο Μοντεζούμα είχε παραλύσει από την τόση ασέβεια και αυθάδεια, και δεν τόλμησε να κάνει τίποτα για να διώξει τους λευκούς εισβολείς, καθώς σύμφωνα με έναν αρχαίο θρύλο κάποτε θα έρχονταν γιοι του Ήλιου, λευκοί θεοί από την Ανατολή, για να καταλάβουν τη χώρα. Αυτοί οι λευκοί θεοί πίστευαν ότι ήταν οι Ισπανοί. Βέβαια εκείνοι συμπεριφέρονταν περισσότερο σαν λευκοί διάβολοι...»

«...Ο πιστός δεν πρέπει να αρκείται στο κήρυγμα της εκκλησίας, αλλά να διερευνά μόνος του, διαβάζοντας τη Βίβλο, το θέλημα του Θεού. Μόνο ό,τι λέει η Βίβλος ισχύει, πίστευε ο Λούθηρος.
 Ο Λούθηρος δεν ήταν ο πρώτος άνθρωπος που είχε αυτές τις απόψεις. Εκατό χρόνια νωρίτερα ένας ιερέας που ονομαζόταν Γιαν Χους είχε διδάξει λίγο πολύ τα ίδια στην Πράγα...»

«...Ο Λούθηρος είχε διδάξει ότι κάθε άνθρωπος πρέπει να υπακούει στη συνείδησή του μόνο και σε κανέναν άλλο. Και ότι ως ανεξάρτητη και απόλυτα ελεύθερη ύπαρξη, πρέπει να παλέψει μόνος του για τη θεία χάρη...»

«...Το 1618 δυσαρεστημένοι προτεστάντες πέταξαν από το παράθυρο του κάστρου της Πράγας τρεις από τους καθολικούς συμβούλους του βασιλιά. Προσγειώθηκαν σ' ένα σωρό κοπριάς, έτσι δεν έπαθαν τίποτα σπουδαίο... το συμβάν αυτό - γνωστό ως Εκπαραθύρωση της Πράγας - αποτέλεσε το έναυσμα για έναν φοβερό πόλεμο που ξέσπασε τότε και κράτησε τριάντα χρόνια...»

«...Όλες αυτές οι ιδέες που άρχισαν να διατυπώνονται μετά το 1700 πρώτα στην Αγγλία και μετά στη Γαλλία δημιούργησαν το κίνημα του Διαφωτισμού, το οποίο ονομάστηκε έτσι γιατί αντιμαχόταν το απέραντο σκοτάδι των προλήψεων, αντιπαραθέτοντας το φως της λογικής...»
«...η ανεκτικότητα, η λογική και ο ανθρωπισμός... οι τρεις θεμελιώδεις αρχές του Διαφωτισμού...»

«...Μερικοί άνθρωποι άρχισαν να νιώθουν ότι η κατάσταση δεν μπορούσε να συνεχιστεί έτσι. Ότι είναι άδικο ένας άνθρωπος, απλά και μόνο επιδή έτυχε να έχει δικιά του μια μηχανή, την οποία πιθανόν και να είχε κληρονομήσει, να μεταχειρίζεται τους άλλους με χειρότερο τρόπο απ' ό,τι οι αριστοκράτες τους αγρότες τους. Πίστευαν ότι πράγματα όπως τα εργοστάσια και οι μηχανές, που η κατοχή τους σημαίνει τεράστια εξουσία πάνω στη μοίρα των ανθρώπων, δεν πρέπει να ανήκουν σε μεμονωμένα άτομα, αλλά σε όλους από κοινού. Η ιδέα αυτή ονομάζεται σοσιαλισμός...»

«...ο Μαρξ πίστευε ότι στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν πια επαγγέλματα, αλλά δύο είδη, ή τάξεις, ανθρώπων, οι κατέχοντες και οι μη κατέχοντες - ή, όπως τους έλεγε αλλιώς, οι καπιταλιστές και οι προλετάριοι...»

«...Μέσα σε μερικές δεκαετίες οι Ιάπωνες έμαθαν όλα όσα μπορούσε να τους διδάξει η Ευρώπη σχετικά με τις μηχανές για τον πόλεμο ή για την ειρήνη. Κι όταν πια ένιωσαν έτοιμοι, υπέβαλαν στους Ευρωπαίους με κάθε ευγένεια τα σέβη τους: 'Τώρα γνωρίζουμε όσα γνωρίζετε κι εσείς. Τώρα τα δικά μας ατμόπλοια θα εξορμούν με στόχο το εμπόριο και της κατακτήσεις, και τα δικά μας κανόνια θα βομβαρδίζουν ειρηνικές πόλεις όταν κάποιος τολμήσει να προσβάλει έναν Ιάπωνα'. Οι Ευρωπαίοι έμειναν άναυδοι, και ακόμα και σήμερα εξακολουθούν να σαστίζουν. Γιατί οι Ιάπωνες είναι οι καλύτεροι μαθητές ολόκληρης της ιστορίας της ανθρωπότητας...»

«...Είχε μάλιστα πει [ο Μπίσμαρκ] την περίφημη φράση ότι τα μεγάλα ζητήματα της ιστορίας δεν επιλύονται με ψηφίσματα, αλλά με σίδερο και αίμα...»

«...Το 1917 ξέσπασε στη Ρωσία επανάσταση... κατά την οποία την εξουσία πήραν στα χέρια τους οι εργάτες των βιομηχανικών πόλεων υπό την καθοδήγηση του αρχηγού τους, Λένιν. Αναδιένειμαν τα χωράφια στους αγρότες, κατάσχεσαν τις περιουσίες των πλουσίων και των αριστοκρατών και προσπάθησαν να κυβερνήσουν την πρώην αυτοκρατορία ακολουθώντας τις αρχές του Μαρξ...»

«...Ξέρω έναν γέρο, σοφό βουδιστή μοναχό που μια φορά, μιλώντας στους συμπατριώτες του, είπε ότι θα ήθελε πολύ να μάθει γιατί όλοι οι άνθρωποι συμφωνούν ότι είναι γελοίο και αξιολύπητο όταν κάποιος καυχιέται και λέει: "Είμαι ο πιο έξυπνος, ο πιο δυνατός, ο πιο γενναίος και ο πιο χαρισματικός άνθρωπος στον κόσμο", ενώ, όταν αντί για "εγώ" πει "εμείς" και ανακοινώσει ότι "Εμείς είμαστε οι πιο έξυπνοι, οι πιο ισχυροί, οι πιο γενναίοι και οι πιο χαρισματικοί άνθρωποι στον κόσμο", τότε τον χειροκροτούν με ενθουσιασμό στην πατρίδα του και τον αποκαλούν πατριώτη. Φυσικά αυτή η συμπεριφορά δεν έχει καμία σχέση με τον πατριωτισμό. Μπορεί κάποιος να είναι αφοσιωμένος στην πατρίδα του χωρίς να ισχυρίζεται ότι οι κάτοικοι όλου του υπόλοιπου κόσμου δεν είναι παρά ένας συρφετός. Όσο περισσότεροι άνθρωποι πέφτουν στην παγίδα αυτής της ανοησίας, τόσο μεγαλύτερη είναι η απειλή για την ειρήνη...»

«...τα τελευταία χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου οι Εβραίοι όλων των χωρών της Ευρώπης που βρίσκονταν υπό γερμανική κατοχή - εκατομμύρια άντρες, γυναίκες και παιδιά - εκδιώχθηκαν από την πατρίδα τους. Μεταφέρθηκαν ανατολικά κι εκεί δολοφονήθηκαν...»

«...Με δεδομένο το μωσαϊκό των διαφορετικών λαών που ζουν στο μικρό μας πλανήτη, είναι επιτακτική η ανάγκη να μάθουμε να σεβόμαστε και να ανεχόμαστε ο ένας τον άλλο, ιδιαίτερα τώρα που τα τεχνολογικά επιτεύγματα μας έχουν φέρει όλους πολύ πιο κοντά...»

Μετάφραση: Έλενα Καμηλάρη
Εκδόσεις: Πατάκη 2012