Tuesday, March 29, 2011

Η Τζούλιετ Γυμνή - Nick Hornby

«...Ο Ντάνκαν δεν είχε νιώσει ποτέ λαχτάρα για αλλαγή, όπως τα δυο διπλανά κομμάτια ενός παζλ δε νιώθουν ποτέ λαχτάρα να αλλάξουν θέση - απ' όσο μπορούμε να ξέρουμε, τουλάχιστον. Αν τώρα, έτσι για να κάνουμε κουβέντα, φανταζόμασταν ότι τα κομμάτια του παζλ έχουν σκέψεις και συναισθήματα, τότε ίσως τα ακούγαμε να μονολογούν, "Εγώ θα μείνω εδώ. Πού να τρέχω τώρα;" Κι αν ένα άλλο κομματάκι ερχόταν και κουνούσε τις ακρούλες του προκλητικά, προσπαθώντας να δελεάσει το ένα κομματάκι, εκείνο δε θα δυσκολευόταν να αντισταθεί στον πειρασμό. "Κοίτα", θα έλεγε το κομματάκι που ήταν αντικείμενο του πόθου, "εσύ είσαι ένα κομματάκι από τηλεφωνικό θάλαμο, κι εγώ είμαι ένα κομματάκι από το πρόσωπο της Μαρίας, της βασίλισσας της Σκοτίας. Δε θα κολλάγαμε". Και το πράγμα θα τέλειωνε εκεί.
Τώρα όμως ο Ντάνκαν είχε αρχίσει να αναρωτιέται αν η παρομοίωση με το παζλ ταίριαζε στις σχέσεις ανδρών και γυναικών, τελικά. Δε λάμβανε υπόψη της την αναθεματισμένη ξεροκεφαλιά των ανθρωπίνων όντων, την αποφασιστικότητά τους να κολλήσουν στον άλλον ακόμα κι όταν δεν ταιριάζουν. Δεν τους πειράζει να πιεστούν για να ταιριάξουν τις παράταιρες γωνίες τους, ούτε δίνουν δεκάρα για τη διαφορά των τηλεφωνικών θαλάμων και τη Μαρία, τη βασίλισσα της Σκοτίας. Δεν τους προκαλεί ενδιαφέρον το ιδανικό και λογικό ταίριασμα, αλλά τα μάτια, το στόμα, το χαμόγελο, το μυαλό, το στήθος, το στέρνο και τα οπίσθια του άλλου, η εξυπνάδα, η καλοσύνη, η χάρη, ο ρομαντισμός, κι ένα σωρό άλλα πράγματα που δεν έχουν καμία σχέση με το φτιάξιμο ενός σωστού παζλ...»

«...Η Άννι όμως κοιτούσε πάντοτε μια γυναίκα προς τα δεξιά, γονατισμένη στο χώμα, η οποία έφτιαχνε το καμπαναριό μιας εκκλησίας. Φορούσε κάτι που έμοιαζε με κανονικό μακρύ παλτό κι ένα κινέζικο καπέλο, που την έκανε να μοιάζει κακομοίρα, σαν φτωχή γριά αγρότισσα από τον πόλεμο του Βιετνάμ. Κάθε φορά που η Άννι κοιτούσε τη φωτογραφία, σκεφτόταν. Είσαι νεκρή πια. Θα ήθελες να μην είχες σπαταλήσει το χρόνο σου φτιάχνοντας κάστρα στην άμμο; Θα ήθελες να έχεις πει, Να πάνε να γαμηθούνε όλοι, και να είχες βγάλει το παλτό σου για να λιαστείς; Βρισκόμαστε σ' αυτόν τον κόσμο για πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Γιατί να σπαταλήσουμε ένα μέρος του χτίζοντας πύργους στην άμμο;»

«...Ο Ντίκενς είναι ο κατεξοχήν τύπος που, κοιτάζοντας τη ζωή του, μπορείς να πεις με σιγουριά: να ένας άνθρωπος που δε σπατάλησε ούτε λεπτό. Συμβαίνει συχνά αυτό, έτσι δεν είναι; Κάποιοι άνθρωποι να έλκονται από το αντίθετό τους;
Αλλά δε βρίσκεις πολλούς ανθρώπους σαν το Γερο-Ντίκενς. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν κάνουν δουλειές που αντέχουν στο χρόνο. Πουλάνε κρικάκια για κουρτίνες μπάνιου, σαν τον τύπο που παίζει ο Τζον Κάντυ σ' εκείνη την ταινία. (Τα κρικάκια, φυσικά, αντέχουν στο χρόνο. Αλλά δε νομίζω ότι οι άνθρωποι θα αναφέρονται σ' αυτά ως έργο ζωής μετά το θάνατό σου.) Άρα, δεν είναι τόσο αυτό που κάνεις. Δεν μπορεί να είναι αυτό, δε συμφωνείς; Πρέπει να έχει σχέση με το τι λογής άνθρωπος είσαι, αν αγαπάς τους άλλους, με το πώς φέρεσαι στον εαυτό σου και στους γύρω σου...»

Μετάφραση: Χίλντα Παπαδημητρίου
Εκδόσεις: Πατάκη

Monday, February 7, 2011

Το Κάστρο του Οτράντο - Horace Walpole

«...Σιωπή βασίλευε στα διαμερίσματα της Ιππολύτης. Αλλά ο μαρκήσιος δεν παραξενεύτηκε, γιατί νόμιζε ότι η πριγκίπισσα βρισκόταν στο προσευχητήριό της, όπως του είχε πει ο υπηρέτης. Προχώρησε. η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Το βράδυ σκοτεινό και συννεφιασμένο. Έσπρωξε μαλακά την πόρτα και τότε είδε κάποιον που ήταν γονατισμένος μπροστά στο βωμό. Πλησίασε αργά και τότε διαπίστωσε ότι δεν ήταν γυναίκα, αλλά κάποιος που φορούσε καλογερίστικο ράσο και του είχε γυρισμένη την πλάτη. Ο άνθρωπος έδειχνε να 'ναι βυθισμένος σε προσευχή. Ο μαρκήσιος ήταν έτοιμος να φύγει, όταν, ξαφνικά, η μορφή σηκώθηκε μένοντας για λίγο ακίνητη. Ο μαρκήσιος υπέθεσε ότι πρέπει να ήταν κάποιος ιερέας και θέλοντας να ζητήσει συγγνώμη για την ενόχληση, είπε: "Ζητώ συγγνώμη, ευσεβέστατε πατέρα, αλλά αναζητώ τη λαίδη Ιππολύτη". "Τη λαίδη Ιππολύτη;" είπε ο άγνωστος. "Γι' αυτό ήρθες στο κάστρο; Για τη λαίδη Ιππολύτη"; Και γύρισε αργά - αργά. Και τότε, ο Φρειδερίκος, με φρίκη, είδε να τον κοιτάζει μες απ' την κουκούλα του ράσου η νεκροκεφαλή ενός σκελετού. "Άγγελοι τ' ουρανού, βοηθήστε με", ψέλλισε κι οπισθοχώρησε. "Σου χρειάζεται η βοήθειά τους", απάντησε το φάντασμα. Ο Φρειδερίκος έπεσε στα γόνατα και ικέτεψε το φάντασμα να τον λυπηθεί. "Δε με θυμάσαι, λοιπόν, Φρειδερίκε;" ρώτησε το πνεύμα. "Δε θυμάσαι το δάσος της Ιόππης"; "Θεέ μου", φώναξε τρέμοντας ο Φρειδερίκος, "είσαι, είσαι ο ερημίτης. Καημένο πνεύμα, πες μου τι θέλεις να κάνω για να ξαναγαληνέψεις;" "Έτσι, λοιπόν", απάντησε το φάντασμα, "λευτερώθηκες απ' τη σκλαβιά των άπιστων για να υποδουλωθείς στις ηδονές της σάρκας, ε; Ξέχασες το θαμμένο ξίφος και το θέλημα τ' ουρανού, που είναι γραμμένο στη λεπίδα του;" "Όχι, όχι, ευλογημένο πνεύμα, δεν το ξέχασα", απάντησε ο Φρειδερίκος, "αλλά πες μου, τι άλλο απομένει να κάνω;" "Να ξεχάσεις τη Ματθίλδη", απάντησε το φάντασμα και χάθηκε...»
«...Το φεγγάρι μεσουρανούσε κι αυτός διάβασε στα λυπημένα πρόσωπα της συνοδείας εκείνο που φοβόταν. "Πέθανε;" ρώτησε με σπασμένη φωνή. Εκείνη τη στιγμή ένας κεραυνός τράνταξε συθέμελα το κάστρο. Η γης αναταράχτηκε. Ακούστηκε ο θόρυβος μιας υπερφυσικής πανοπλίας. Ο Φρειδερίκος κι ο Ιερώνυμος νόμισαν ότι είχε φτάσει η μέρα της Κρίσης, η Δευτέρα Παρουσία. Έτρεξαν έξω στην αυλή παίρνοντας μαζί τους και τον Θεόδωρο. Αλλά την ώρα που εμφανίστηκε αυτός, το τείχος πίσω από τον Μάνφρεντ γκρεμίστηκε σ' ερείπια. Τεράστια, γιγάντια, μες από τον κουρνιαχτό των χαλασμάτων, εμφανίστηκε η μορφή του Αλφόνσου. Με φωνή απόκοσμη είπε: "Αυτός, θνητοί, είναι ο αγαπημένος μου. Ο Θεόδωρος είναι ο πραγματικός κληρονόμος του Αλφόνσου". Μια εκκωφαντική βροντή συνόδεψε τα λόγια του φαντάσματος. Ύστερα, άρχισε να υψώνεται αργά στους ουρανούς. Τα σύννεφα άνοιξαν. Φάνηκε η φωτεινή μορφή του Αγίου Νικολάου, που υποδέχτηκε τη σκιά του Αλφόνσου. Αμέσως, μια υπερκόσμια λάμψη τύλιξε και τις δύο μορφές. Και την άλλη στιγμή χάθηκαν από τα μάτια των ανθρώπων...»

Μετάφραση: Μάκης Πανώριος - Παναγιώτης Σκάγιαννης
Εκδόσεις: Αίολος

Saturday, February 13, 2010

Danse Macabre - David Park Barnitz

I saw a line of corpses old,
Dead with diseases manifold,
Solemnly dancing'neath the moon.

Their perish'd limbs moved to the tune
Of some worm-orchestra unheard--
A sight enormously absurd.

First in the valse, with fishy eye
Tripped something dead of leprosy,
All silvery like a virgin's breast.

A buried glutton danced with zest,
All greenish and all dropsical,
Like a deform'd and vital ball.

The third was very beautiful,
Of charming small-pox sorelets full;
A small-pox ending, corpse, was thine.

There danced one in that naked line
Whose corpse was rotten with much love;
I wish the white worms joy thereof.

A suicidal corpse came next,
Who wish'd to illustrate the text:
--better to be chewed than to chew;

So he became a worm-ragout
And cholera-corpses weirdly black
Carrying their dead flesh like a sack,

Vals'd graceful beneath the sun.
Blue fever, and Consumption,
And hollow-pated lunacy.

Bowed, in that dance with courtesy
Cover'd with sores from foot to head,
Like flowers in a flower-bed,

Strange plagues all beautifully green
Went pirouetting through the scene;
And shrunken corpses dead of Age.--

These things went dancing o'er the stage.
Smelling of graves and worm-tooth scars,--
Death's musty-meated avatars."

From "The Book of Jade" by David Park Barnitz

Sunday, January 10, 2010

The Graveyard Book - Neil Gaiman

"’…And there are always people who find their lives have become so unsupportable they believe the best thing they could do would be to hasten their transition to another plane of existence.’
‘They kill themselves, you mean?’ said Bod. He was about eight years old, wide-eyed and inquisitive, and he was not stupid.
‘Indeed.’
‘Does it work? Are they happier dead?’
‘Sometimes. Mostly, no. It’s like the people who believe they’ll be happy if they go and live somewhere else, but who learn it doesn’t work that way. Wherever you go, you take yourself with you. If you see what I mean.’"

“Rich man, poor man, come away.
Come to dance the Macabray.”

"‘Now the Lady on the Grey leads us in the Macabray,’ sang Liza Hempstock, before the whirl of the dance took her off and away from Bod. They stomped to the music and stepped and spun and kicked, and the lady danced with them, stepping and spinning and kicking with enthusiasm. Even the white horse swayed its head and stepped and shifted to the music.
The dance sped up, and the dancers with it. Bod was breathless, but he could not imagine the dance ever stopping: the Macabray, the dance of the living and the dead, the dance with Death. Bod was smiling and everyone was smiling."

    "The boy was a model pupil, forgettable and easily forgotten, and he spent much of his spare time in the back of the English class where there were shelves of old paperbacks, and in the school library, a large room filled with books and old armchairs, where he read stories as enthusiastically as some children ate.
    Even the other kids forgot about him. Not when he was sitting in front of them: they remembered him then. But when that Owens kid was out of sight he was out of mind. They didn’t think about him. They didn’t need to. If someone asked all the kids in Eight B to close their eyes and list the twenty-five boys and girls in the class, that Owens kid wouldn’t have been on the list. His presence was almost ghostly."

"We know… we remember things that most people have forgotten. The Old Knowledge.
    Bod said, ‘Magic, you know a little magic.’
    The man nodded agreeably. ‘If you want to call it that. But it’s a very specific sort of magic. There’s a magic you take from death. Something leaves the world, something else comes into it.’
    ‘You killed my family for - for what? For magic powers? That’s ridiculous.’
    ‘No. We killed you for protection. Long time ago, one of our people – this was back in Egypt, in pyramid days - he foresaw that one day, there would be a child born who would walk the borderland between the living and the dead. That if this child lived to adulthood it would mean the end of our Order and all we stand for.’"

"’There’s not much happens here to make one day unlike the next. The seasons change. The ivy grows. Stones fall over. But you coming here… well, I’m glad you did, that’s all.’"

Thursday, December 10, 2009

Η Πτώση του Οίκου των Άσερ - Edgar Allan Poe


«...Μια από τις φαντασμαγορικές εικόνες που είχε συλλάβει ο φίλος μου, όχι τόσο αυστηρά αφηρημένης, μπορεί να σκιαγραφηθεί, αν και κάπως ισχνά με λόγια. Μια μικρή εικόνα παρουσίαζε το εσωτερικό μιας ατέλειωτης στενόμακρης θολωτής στοάς, με τοίχους χαμηλούς, λείους, λευκούς και χωρίς καμιά διακοπή ή άλλο στολίδι.
Μερικά συμπληρωματικά σημεία του σχεδίου έδειχναν με κάποιο τρόπο, πως αυτό το υπόγειο βρισκόταν σε ένα βάθος υπερβολικό κάτω από την επιφάνεια της γης. Κανένα άνοιγμα δεν έκοβε σε κανένα σημείο την απέραντη έκτασή του, και κανένας πυρσός ή οποιοδήποτε άλλο φως δεν φαινόταν πουθενά· ένα κύμα, ωστόσο, από εκθαμβωτικές ακτίνες κυλούσε από άκρη σε άκρη του, και το έλουζε ολόκληρο με μια φασματική, απίθανη λάμψη...»
«…μια βραδιά, αφού με πληροφόρησε ξαφνικά πως η λαίδη Μαντελάιν δεν υπήρχε πια, μου δήλωσε πως σκόπευε να κρατήσει το σώμα της για δεκαπέντε μέρες, προτού τελικά το θάψει, σε μια από τις πολλές θολωτές κρύπτες που υπήρχαν στους χοντρούς τοίχους του σπιτιού...»
«…Ο αδελφός είχε οδηγηθεί σε αυτή την απόφαση – έτσι τουλάχιστον μου είπε – εξαιτίας της ειδικής μορφής της αρρώστιας της νεκρής, ορισμένων ενοχλητικών μα απαραίτητων εξετάσεων που έπρεπε να κάνει ο γιατρός της και επειδή ο οικογενειακός τους τάφος βρισκόταν μακριά σε μέρος πολύ εκτεθειμένο…»
«…Μονάχοι εμείς οι δυο, μεταφέραμε το φέρετρο με το σώμα της λαίδης Μαντελάιν στον τόπο όπου επρόκειτο να αναπαυθεί...»
«…Αν το ακούω;  Ναι, το ακούω, το έχω ακούσει. Για πολύ πολύ πολύ. Πολλά λεπτά, πολλές ώρες, πολλές μέρες, το έχω ακούσει, μα δεν τόλμησα - ω, λυπήσου με, λυπήσου το άθλιο ναυάγιο που είμαι! – δεν τόλμησα, δεν τόλμησα να μιλήσω! Τη βάλαμε ζωντανή στον τάφο! Δεν σου είπα πως οι αισθήσεις μου είναι οξύτατες; Τώρα σου λέω πως άκουσα τις πρώτες αδύναμες κινήσεις της μέσα στο φέρετρο. Τις άκουσα πολλές, πολλές μέρες πριν, μα δεν τόλμησα, δεν τόλμησα να μιλήσω και τώρα, απόψε, ο Έθελρεντ – χα, χα! – πες καλύτερα το σπάσιμο της κάσας της, το τρίξιμο των σιδερένιων στροφάλων της φυλακής της και το πάλεμα με το χαλκοντυμένο τόξο του θόλου! Ω! Πού θα πετάξω; Δεν θα φτάσει εδώ από στιγμή σε στιγμή; Δεν άκουσα τα βήματά της στη σκάλα; Δεν ξεχωρίζω το βαρύ, φρικτό κτύπο της καρδιάς της; Τρελέ! – εδώ τινάχτηκε όρθιος με μανία και φώναξε λες και μαζί με τα λόγια που ξεστόμισε έβγαινε και η ψυχή του. Τρελέ! Σου λέω πως τώρα στέκει εκεί έξω από την πόρτα!»
Μετάφραση: Στέλλα Βουρδούμπα
Εκδόσεις: Ελευθεροτυπία 2006

Sunday, December 6, 2009

Η Ζωή, Το Σύμπαν και Τα Πάντα - Douglas Adams

«...Το “Γυρίστε το Γαλαξία με Ωτοστόπ” έχει να πει τα εξής στο θέμα του πετάγματος.
Υπάρχει μια τέχνη, λέει, ή μάλλον ένα κόλπο στο πέταγμα. Το κόλπο είναι να ρίχνεσαι στο έδαφος και να μην το πετυχαίνεις...»

«...Η λύση ήταν ιδιοφυής και ήταν η εξής: Ο πλανήτης Κρίκκιτ θα περικλειόταν εις το διηνεκές σ’ ένα κάλυμμα Βραδύχρονου, μέσα στο οποίο η ζωή θα συνεχιζόταν, σχεδόν απείρως αργά. Το φως θα παρέκκλινε γύρω από το κάλυμμα αυτό, έτσι που θα παρέμενε αόρατο και αδιαπέραστο. Η απόδραση από το κάλυμμα θα ήταν εντελώς αδύνατη, εκτός κι αν ξεκλειδωνόταν απ’ έξω.

Όταν το υπόλοιπο Σύμπαν θα έφτανε στο οριστικό του τέλος, όταν ολόκληρη η δημιουργία θα έφτανε στη νεκρική της κατάρρευση… και η ζωή και η ύλη θα έπαυαν να υπάρχουν, τότε ο πλανήτης Κρίκκιτ και ο ήλιος του θα αναδύονταν από το κάλυμμα του Βραδύχρονου και θα συνέχιζαν μια μοναχική ύπαρξη, όπως την επιθυμούσαν, στο λυκόφως του Συμπαντικού κενού.

Η κλειδαριά θα βρισκόταν σ’ έναν αστεροειδή που θα γύριζε σε τροχιά γύρω από το κάλυμμα.
Το κλειδί θα ήταν το σύμβολο του Γαλαξία – η πύλη Γουίκιτ...»

Μετάφραση: Δημήτρης Αρβανίτης
Εκδόσεις: Παρά Πέντε

Saturday, December 5, 2009

Το Άλικο Γράμμα - Ναθάνιελ Χόθορν


«...Έχει πολύ καλή επίδραση στη διατήρηση της ηθικής και πνευματικής υγείας ενός ατόμου ο συγχρωτισμός με άτομα που είναι τελείως διαφορετικά από αυτόν, τα οποία ελάχιστο ενδιαφέρον έχουν για τα πράγματα με τα οποία ασχολείται, και για τα οποία, προκειμένου να κατανοήσει το πού κινούνται και ποιες ικανότητες τα χαρακτηρίζουν, είναι υποχρεωμένος να αφήσει κατά μέρος τον εαυτόν του...»

«...Ωστόσο, υπάρχει ένα πεπρωμένο, ένα συναίσθημα δυνατό και αναπόφευκτο, που είναι ισχυρό όσο και η ίδια η μοίρα, που αναγκάζει σχεδόν πάντα τους ανθρώπους να τριγυρνούν στο ίδιο μέρος και να το στοιχειώνουν σαν φαντάσματα, το μέρος όπου κάποιο σημαντικό και ιδιαίτερο γεγονός άφησε το χρώμα του μέσα στη ζωή τους· και όσο πιο αδύνατο είναι να αντισταθεί κανείς απέναντι σ’ αυτό το συναίσθημα, τόσο πιο σκούρα είναι τα χρώματα που το κάνουν να είναι γεμάτο από θλίψη...»

«...Έλεγαν με σιγουριά ότι αυτό το γράμμα, δεν ήταν φτιαγμένο από ένα συνηθισμένο άλικο ύφασμα, βαμμένο με κάποιο χρώμα που είχε παρθεί από τη φύση, αλλά είχε αποκτήσει το χρώμα του από τις δυνατές φλόγες της κόλασης και ότι μπορούσες να το δεις να λάμπει και να φλέγεται, όταν η Έστερ Πριν ήταν έξω στους δρόμους το βράδυ...»

«...Παρ’ όλα αυτά, όχι πολύ σπάνια, αν και με μια ευχαρίστηση που του προκαλούσε τρόμο, αισθανόταν στ’ αλήθεια την ανάγκη να ατενίζει το σύμπαν μέσα από μια διαφορετική θεώρηση, αλλιώτικη από αυτή με την οποία επικοινωνούσε τις περισσότερες φορές. Λες και άνοιγε ξαφνικά ένα παράθυρο το οποίο επέτρεπε σε έναν πιο ελεύθερο άνεμο να μπει μέσα στο κλειστό και πνιγηρό του γραφείο, όπου ξόδευε τη ζωή του, ανάμεσα στο φως της λάμπας του ή στις λαμπερές ακτίνες του ήλιου, που τα κλειστά του παραθυρόφυλλα κρατούσαν απ’ έξω, και στη μυρωδιά της κλεισούρας – πραγματικής ή ηθικής – που έβγαζαν τα βιβλία του. Αλλά αυτός ο άνεμος ήταν πάρα πολύ δροσερός και παγωμένος, για να μπορεί να τον αντέξει πολύ ώρα μέσα στα πνευμόνια του. Και τότε, τόσο ο ιερέας όσο και ο γιατρός έμπαιναν και πάλι μέσα στα στενά όρια εκείνου που η εκκλησία ονόμαζε ανορθόδοξο...»

Μετάφραση: Ιωάννα Καλογεροπούλου
Εκδόσεις: De Agostini Hellas 2005