Saturday, February 13, 2010

Danse Macabre - David Park Barnitz

I saw a line of corpses old,
Dead with diseases manifold,
Solemnly dancing'neath the moon.

Their perish'd limbs moved to the tune
Of some worm-orchestra unheard--
A sight enormously absurd.

First in the valse, with fishy eye
Tripped something dead of leprosy,
All silvery like a virgin's breast.

A buried glutton danced with zest,
All greenish and all dropsical,
Like a deform'd and vital ball.

The third was very beautiful,
Of charming small-pox sorelets full;
A small-pox ending, corpse, was thine.

There danced one in that naked line
Whose corpse was rotten with much love;
I wish the white worms joy thereof.

A suicidal corpse came next,
Who wish'd to illustrate the text:
--better to be chewed than to chew;

So he became a worm-ragout
And cholera-corpses weirdly black
Carrying their dead flesh like a sack,

Vals'd graceful beneath the sun.
Blue fever, and Consumption,
And hollow-pated lunacy.

Bowed, in that dance with courtesy
Cover'd with sores from foot to head,
Like flowers in a flower-bed,

Strange plagues all beautifully green
Went pirouetting through the scene;
And shrunken corpses dead of Age.--

These things went dancing o'er the stage.
Smelling of graves and worm-tooth scars,--
Death's musty-meated avatars."

From "The Book of Jade" by David Park Barnitz

Sunday, January 10, 2010

The Graveyard Book - Neil Gaiman

"’…And there are always people who find their lives have become so unsupportable they believe the best thing they could do would be to hasten their transition to another plane of existence.’
‘They kill themselves, you mean?’ said Bod. He was about eight years old, wide-eyed and inquisitive, and he was not stupid.
‘Indeed.’
‘Does it work? Are they happier dead?’
‘Sometimes. Mostly, no. It’s like the people who believe they’ll be happy if they go and live somewhere else, but who learn it doesn’t work that way. Wherever you go, you take yourself with you. If you see what I mean.’"

“Rich man, poor man, come away.
Come to dance the Macabray.”

"‘Now the Lady on the Grey leads us in the Macabray,’ sang Liza Hempstock, before the whirl of the dance took her off and away from Bod. They stomped to the music and stepped and spun and kicked, and the lady danced with them, stepping and spinning and kicking with enthusiasm. Even the white horse swayed its head and stepped and shifted to the music.
The dance sped up, and the dancers with it. Bod was breathless, but he could not imagine the dance ever stopping: the Macabray, the dance of the living and the dead, the dance with Death. Bod was smiling and everyone was smiling."

    "The boy was a model pupil, forgettable and easily forgotten, and he spent much of his spare time in the back of the English class where there were shelves of old paperbacks, and in the school library, a large room filled with books and old armchairs, where he read stories as enthusiastically as some children ate.
    Even the other kids forgot about him. Not when he was sitting in front of them: they remembered him then. But when that Owens kid was out of sight he was out of mind. They didn’t think about him. They didn’t need to. If someone asked all the kids in Eight B to close their eyes and list the twenty-five boys and girls in the class, that Owens kid wouldn’t have been on the list. His presence was almost ghostly."

"We know… we remember things that most people have forgotten. The Old Knowledge.
    Bod said, ‘Magic, you know a little magic.’
    The man nodded agreeably. ‘If you want to call it that. But it’s a very specific sort of magic. There’s a magic you take from death. Something leaves the world, something else comes into it.’
    ‘You killed my family for - for what? For magic powers? That’s ridiculous.’
    ‘No. We killed you for protection. Long time ago, one of our people – this was back in Egypt, in pyramid days - he foresaw that one day, there would be a child born who would walk the borderland between the living and the dead. That if this child lived to adulthood it would mean the end of our Order and all we stand for.’"

"’There’s not much happens here to make one day unlike the next. The seasons change. The ivy grows. Stones fall over. But you coming here… well, I’m glad you did, that’s all.’"

Thursday, December 10, 2009

Η Πτώση του Οίκου των Άσερ - Edgar Allan Poe


«...Μια από τις φαντασμαγορικές εικόνες που είχε συλλάβει ο φίλος μου, όχι τόσο αυστηρά αφηρημένης, μπορεί να σκιαγραφηθεί, αν και κάπως ισχνά με λόγια. Μια μικρή εικόνα παρουσίαζε το εσωτερικό μιας ατέλειωτης στενόμακρης θολωτής στοάς, με τοίχους χαμηλούς, λείους, λευκούς και χωρίς καμιά διακοπή ή άλλο στολίδι.
Μερικά συμπληρωματικά σημεία του σχεδίου έδειχναν με κάποιο τρόπο, πως αυτό το υπόγειο βρισκόταν σε ένα βάθος υπερβολικό κάτω από την επιφάνεια της γης. Κανένα άνοιγμα δεν έκοβε σε κανένα σημείο την απέραντη έκτασή του, και κανένας πυρσός ή οποιοδήποτε άλλο φως δεν φαινόταν πουθενά· ένα κύμα, ωστόσο, από εκθαμβωτικές ακτίνες κυλούσε από άκρη σε άκρη του, και το έλουζε ολόκληρο με μια φασματική, απίθανη λάμψη...»
«…μια βραδιά, αφού με πληροφόρησε ξαφνικά πως η λαίδη Μαντελάιν δεν υπήρχε πια, μου δήλωσε πως σκόπευε να κρατήσει το σώμα της για δεκαπέντε μέρες, προτού τελικά το θάψει, σε μια από τις πολλές θολωτές κρύπτες που υπήρχαν στους χοντρούς τοίχους του σπιτιού...»
«…Ο αδελφός είχε οδηγηθεί σε αυτή την απόφαση – έτσι τουλάχιστον μου είπε – εξαιτίας της ειδικής μορφής της αρρώστιας της νεκρής, ορισμένων ενοχλητικών μα απαραίτητων εξετάσεων που έπρεπε να κάνει ο γιατρός της και επειδή ο οικογενειακός τους τάφος βρισκόταν μακριά σε μέρος πολύ εκτεθειμένο…»
«…Μονάχοι εμείς οι δυο, μεταφέραμε το φέρετρο με το σώμα της λαίδης Μαντελάιν στον τόπο όπου επρόκειτο να αναπαυθεί...»
«…Αν το ακούω;  Ναι, το ακούω, το έχω ακούσει. Για πολύ πολύ πολύ. Πολλά λεπτά, πολλές ώρες, πολλές μέρες, το έχω ακούσει, μα δεν τόλμησα - ω, λυπήσου με, λυπήσου το άθλιο ναυάγιο που είμαι! – δεν τόλμησα, δεν τόλμησα να μιλήσω! Τη βάλαμε ζωντανή στον τάφο! Δεν σου είπα πως οι αισθήσεις μου είναι οξύτατες; Τώρα σου λέω πως άκουσα τις πρώτες αδύναμες κινήσεις της μέσα στο φέρετρο. Τις άκουσα πολλές, πολλές μέρες πριν, μα δεν τόλμησα, δεν τόλμησα να μιλήσω και τώρα, απόψε, ο Έθελρεντ – χα, χα! – πες καλύτερα το σπάσιμο της κάσας της, το τρίξιμο των σιδερένιων στροφάλων της φυλακής της και το πάλεμα με το χαλκοντυμένο τόξο του θόλου! Ω! Πού θα πετάξω; Δεν θα φτάσει εδώ από στιγμή σε στιγμή; Δεν άκουσα τα βήματά της στη σκάλα; Δεν ξεχωρίζω το βαρύ, φρικτό κτύπο της καρδιάς της; Τρελέ! – εδώ τινάχτηκε όρθιος με μανία και φώναξε λες και μαζί με τα λόγια που ξεστόμισε έβγαινε και η ψυχή του. Τρελέ! Σου λέω πως τώρα στέκει εκεί έξω από την πόρτα!»
Μετάφραση: Στέλλα Βουρδούμπα
Εκδόσεις: Ελευθεροτυπία 2006

Sunday, December 6, 2009

Η Ζωή, Το Σύμπαν και Τα Πάντα - Douglas Adams

«...Το “Γυρίστε το Γαλαξία με Ωτοστόπ” έχει να πει τα εξής στο θέμα του πετάγματος.
Υπάρχει μια τέχνη, λέει, ή μάλλον ένα κόλπο στο πέταγμα. Το κόλπο είναι να ρίχνεσαι στο έδαφος και να μην το πετυχαίνεις...»

«...Η λύση ήταν ιδιοφυής και ήταν η εξής: Ο πλανήτης Κρίκκιτ θα περικλειόταν εις το διηνεκές σ’ ένα κάλυμμα Βραδύχρονου, μέσα στο οποίο η ζωή θα συνεχιζόταν, σχεδόν απείρως αργά. Το φως θα παρέκκλινε γύρω από το κάλυμμα αυτό, έτσι που θα παρέμενε αόρατο και αδιαπέραστο. Η απόδραση από το κάλυμμα θα ήταν εντελώς αδύνατη, εκτός κι αν ξεκλειδωνόταν απ’ έξω.

Όταν το υπόλοιπο Σύμπαν θα έφτανε στο οριστικό του τέλος, όταν ολόκληρη η δημιουργία θα έφτανε στη νεκρική της κατάρρευση… και η ζωή και η ύλη θα έπαυαν να υπάρχουν, τότε ο πλανήτης Κρίκκιτ και ο ήλιος του θα αναδύονταν από το κάλυμμα του Βραδύχρονου και θα συνέχιζαν μια μοναχική ύπαρξη, όπως την επιθυμούσαν, στο λυκόφως του Συμπαντικού κενού.

Η κλειδαριά θα βρισκόταν σ’ έναν αστεροειδή που θα γύριζε σε τροχιά γύρω από το κάλυμμα.
Το κλειδί θα ήταν το σύμβολο του Γαλαξία – η πύλη Γουίκιτ...»

Μετάφραση: Δημήτρης Αρβανίτης
Εκδόσεις: Παρά Πέντε

Saturday, December 5, 2009

Το Άλικο Γράμμα - Ναθάνιελ Χόθορν


«...Έχει πολύ καλή επίδραση στη διατήρηση της ηθικής και πνευματικής υγείας ενός ατόμου ο συγχρωτισμός με άτομα που είναι τελείως διαφορετικά από αυτόν, τα οποία ελάχιστο ενδιαφέρον έχουν για τα πράγματα με τα οποία ασχολείται, και για τα οποία, προκειμένου να κατανοήσει το πού κινούνται και ποιες ικανότητες τα χαρακτηρίζουν, είναι υποχρεωμένος να αφήσει κατά μέρος τον εαυτόν του...»

«...Ωστόσο, υπάρχει ένα πεπρωμένο, ένα συναίσθημα δυνατό και αναπόφευκτο, που είναι ισχυρό όσο και η ίδια η μοίρα, που αναγκάζει σχεδόν πάντα τους ανθρώπους να τριγυρνούν στο ίδιο μέρος και να το στοιχειώνουν σαν φαντάσματα, το μέρος όπου κάποιο σημαντικό και ιδιαίτερο γεγονός άφησε το χρώμα του μέσα στη ζωή τους· και όσο πιο αδύνατο είναι να αντισταθεί κανείς απέναντι σ’ αυτό το συναίσθημα, τόσο πιο σκούρα είναι τα χρώματα που το κάνουν να είναι γεμάτο από θλίψη...»

«...Έλεγαν με σιγουριά ότι αυτό το γράμμα, δεν ήταν φτιαγμένο από ένα συνηθισμένο άλικο ύφασμα, βαμμένο με κάποιο χρώμα που είχε παρθεί από τη φύση, αλλά είχε αποκτήσει το χρώμα του από τις δυνατές φλόγες της κόλασης και ότι μπορούσες να το δεις να λάμπει και να φλέγεται, όταν η Έστερ Πριν ήταν έξω στους δρόμους το βράδυ...»

«...Παρ’ όλα αυτά, όχι πολύ σπάνια, αν και με μια ευχαρίστηση που του προκαλούσε τρόμο, αισθανόταν στ’ αλήθεια την ανάγκη να ατενίζει το σύμπαν μέσα από μια διαφορετική θεώρηση, αλλιώτικη από αυτή με την οποία επικοινωνούσε τις περισσότερες φορές. Λες και άνοιγε ξαφνικά ένα παράθυρο το οποίο επέτρεπε σε έναν πιο ελεύθερο άνεμο να μπει μέσα στο κλειστό και πνιγηρό του γραφείο, όπου ξόδευε τη ζωή του, ανάμεσα στο φως της λάμπας του ή στις λαμπερές ακτίνες του ήλιου, που τα κλειστά του παραθυρόφυλλα κρατούσαν απ’ έξω, και στη μυρωδιά της κλεισούρας – πραγματικής ή ηθικής – που έβγαζαν τα βιβλία του. Αλλά αυτός ο άνεμος ήταν πάρα πολύ δροσερός και παγωμένος, για να μπορεί να τον αντέξει πολύ ώρα μέσα στα πνευμόνια του. Και τότε, τόσο ο ιερέας όσο και ο γιατρός έμπαιναν και πάλι μέσα στα στενά όρια εκείνου που η εκκλησία ονόμαζε ανορθόδοξο...»

Μετάφραση: Ιωάννα Καλογεροπούλου
Εκδόσεις: De Agostini Hellas 2005

Tuesday, December 1, 2009

Η Λέσχη Δουμάς ή Η Σκιά του Ρισελιέ - Αρτούρο Πέρεθ Ρεβέρτε

«…De Umbrarum Regni Novem Portis… Οι εννέα πόρτες του βασιλείου των σκιών.»

«..Είναι το ουροβόρο ζώο που περικυκλώνει το λαβύρινθο, στον οποίο θα διαβείς οκτώ πόρτες μέχρι να βρεις το δράκο που σπεύδει στο αίνιγμα της λέξης. Κάθε πόρτα έχει δύο κλειδιά: το πρώτο είναι αέρας και το δεύτερο ύλη, αλλά και τα δύο είναι το ίδιο πράγμα. Θα βάλεις την ύλη στο δέρμα του φιδιού, με τη φορά του φωτός της ανατολής, και στην κοιλιά του τη σφραγίδα Κρόνου. Θα ανοίξεις τη σφραγίδα εννέα φορές και, όταν ο καθρέφτης δείξει το δρόμο, θα έχεις τη χαμένη λέξη που φέρνει το φως από τα σκοτάδια...»

«…Η σκιά του καμπαναριού της εκκλησίας προβαλλόταν στο έδαφος, κοντά τους. Η φαρδιά και σκοτεινή σιλουέτα είχε μετακινηθεί σιγά σιγά με κατεύθυνση αντίθετη στον ήλιο. Παρατήρησε ότι ο σταυρός του καμπαναριού έμενε στα πόδια της κοπέλας, πολύ κοντά της, αλλά χωρίς να την αγγίξει ούτε μια στιγμή. Συνετή, η σκιά του σταυρού κρατιόταν σε απόσταση...»

«...Σ’ εκείνη την Πράγα, κύριε Κόρσο, σε σκοτεινά δωμάτια υπήρχαν άνθρωποι που γνώριζαν την κάρμινα, την τέχνη των μαγικών λέξεων· τη νεκρομαντεία, δηλαδή την τέχνη να επικοινωνείς με τους νεκρούς…» «…Και την γκοέθια…» «…Την τέχνη να επικοινωνείς με τον Διάβολο...»

«...Το ζεστό νερό αγκάλιασε το δέρμα του Κόρσο όταν μπήκε κάτω από το ντους· το άφησε να τρέχει στο πρόσωπό του, να του καίει τα βλέφαρα, και άντεχε τον πόνο με τα σαγόνια σφιγμένα και τους μύες του να συσπώνται, καταπιέζοντας τη λαχτάρα να ουρλιάξει, μέσα απ’ την υγρή ζέστη που τον έπνιγε, τον πόνο της μοναξιάς του. Επί τέσσερα χρόνια, ένα μήνα και δώδεκα μέρες, όταν σηκωνόταν από το κρεβάτι, η Νίκον έμπαινε μαζί του στο μπάνιο, για να του σαπουνίσει αργά, ατελείωτα την πλάτη. Και συχνά σφιγγόταν γύρω από το σώμα του, όπως μια μικρή που είχε χαθεί μες στη βροχή. Μια μέρα θα φύγω χωρίς να σε έχω γνωρίσει ποτέ. Θα θυμάσαι τότε τα μεγάλα μου μαύρα μάτια. Τις σιωπηλές μου κατηγορίες. Τα βογκητά της αγωνίας μου όταν κοιμόμουνα. Τους εφιάλτες μου, που μπορούσες να εξορκίσεις. Θα τα θυμάσαι όλ’ αυτά όταν θα έχω φύγει...»

Μετάφραση: Δημήτρης Δημουλάς
Εκδόσεις: Πατάκη

Ζωντανός Θρύλος - Richard Matheson

«...Είναι ένας βάκιλος, της είπε, ένα κυλινδρικό βακτηρίδιο. Δημιουργεί ένα ισοτονικό διάλυμα μες στο αίμα, το κάνει να κυκλοφορεί βραδύτερα απ' το κανονικό, ενεργοποιεί όλες τις σωματικές λειτουργίες, τρέφεται με φρέσκο αίμα και παρέχει ενέργεια. Όταν στερείται το αίμα, δημιουργεί αυτοκαταστρεφόμενα βακτηριοφάγα κύτταρα ή, με άλλα λόγια, σχηματίζει σπόρους...»

«...Λέγοντας ότι σχηματίζει σπόρους, εννοώ πως δημιουργεί ένα ελλειψοειδές σωματίδιο που έχει όλα τα βασικά συστατικά βακτηριδίου που βρίσκεται σε κατάσταση αδράνειας. Αυτό συμβαίνει όταν το μικρόβιο δεν προσλαμβάνει καθόλου φρέσκο αίμα. Στη συνέχεια, όταν ο ξενιστής βρικόλακας αποσυντίθεται, τα σπόρια αυτά μεταφέρονται με τον αέρα και αναζητούν νέους ξενιστές. Βρίσκουν κάποιον, αναπαράγονται - και ένας ακόμα οργανισμός έχει μολυνθεί...»

«...Τα βακτηριοφάγα είναι νεκρές πρωτεΐνες που δημιουργούνται και όταν ο οργανισμός δεν προσλαμβάνει καθόλου αίμα. Σε αντίθεση, όμως, με τα σπόρια, στην περίπτωση αυτή ο ανώμαλος μεταβολισμός καταστρέφει τα κύτταρα...»

«...Ο βάκιλος... είναι ένα σαπρόφυτο, το οποίο αναπτύσσεται αεροβίως ή αναεροβίως. Ζει με ή χωρίς οξυγόνο και εδραιώνει μια συμβιωτική σχέση με τον οργανισμό. Ο βρικόλακας τον τρέφει με φρέσκο αίμα και ο βάκιλος παρέχει την απαραίτητη ενέργεια, για να είναι ο βρικόλακας σε θέση να βρει κι άλλο φρέσκο αίμα. Θα μπορούσα, επίσης, να προσθέσω, ότι το μικρόβιο προκαλεί και την ανάπτυξη κυνόδοντων...»

«...Όταν εισχωρεί αέρας... η κατάσταση μεταβάλλεται ακαριαία. Το μικρόβιο μεταβάλλεται σε αερόβιο και, αντί να φερθεί συμβιωτικά, αρχίζει να φέρεται με λοιμογόνως παρασιτικό τρόπο...»

 «...Τρώει τον ξενιστή του...»

Μετάφραση: Νίκος Ρούσσος
Εκδόσεις: Οξύ