Sunday, March 8, 2026

Jonathan Livingston Seagull, a story by Richard Bach

 

Jonathan Livingston Seagull by Richard Bach
"Irresponsibility? My brothers!" he cried. "Who is more responsible than a gull who finds and follows a meaning, a higher purpose for life? For a thousand years we have srabbled after fish heads, but now we have a reason to live  - to learn, to discover, to be free!"

"Jonathan Seagull spent the rest of his days alone, but he flew way out beyond the Far Cliffs. His one sorrow was not solitude, it was that other gulls refused to believe the glory of flight that awaited them; they refused to open their eyes and see."

"Do you have any idea how many lives we must have gone through before we even got the first idea that there is more to life than eating, or fighting, or power in the Flock?

...we choose our next world through what we learn in this one. Learn nothing and the next world is the same as this one, all the same limitations and lead weights to overcome."

"No, Jonathan, there is no such place. Heaven is not a place, and it is not a time. Heaven is being perfect."

"Perfect speed, my son, is being there."

"'You can go to any place and to any time you wish to go,' the Elder said. 'I've gone everywhere and everwhen I can think of.' He looked across the sea. 'It's strange, the gulls who scorn perfection for the sake of travel, go nowhere, slowly. Those who put aside travel for the sake of perfection go anywhere, instantly. Remember, Jonathan, heaven isn't a place or a time, because place and time are so very meaningless. Heaven is..."

"...The trick was to know his true nature lived, as perfect as an unwritten number, everywhere at once across space and time."

"But then the day came that Chiang vanished. He had been talking quietly with them all, exhorting them never to stop their learning and their practicing and their striving to understand more of the perfect invisible principle of all life. Then, as he spoke, his feathers went brighter and brighter and at last turned so brilliant that no gull could look upon him.

'Jonathan,' he said, and these were the last words that he spoke, 'keep working on love.'"

"'Your whole body, from wingtip to wingtip,' Jonathan would say, other times, 'is nothing more than your thought itself, in a form you can see. Break the chains of your thought, and you break the chains of your body, too...'"


Monday, June 17, 2024

The Neverending Story - Michael Ende


"When it comes to controlling human there is no better instrument than lies. Because, you see, humans live by beliefs. And beliefs can be manipulated. The power to manipulate beliefs is the only thing that counts."

"When your turn comes to jump into the Nothing, you too will be a nameless servant of power, with no will of your own. Who knows what use they will make of you? Maybe you'll help them persuade people to buy things they don't need, or hate things they know nothing about, or hold beliefs that make them easy to handle, or doubt the truths that might save them."

"The human world is full of weak-minded people, who think they're as clever as can be and are convinced that it's terribly important to persuade even the children that Fantastica doesn't exist."

"To be wise was to be above joy and sorrow, fear and pity, ambition and humiliation. It was to hate nothing and to love nothing, and above all to be utterly indifferent to the love and hate of others. A truly wise man attached no importance to anything. Nothing could upset him and nothing could harm him. Yes, to be like that would be his final wish, the wish that would bring him to what he really wanted."

"...he jumped into the crystal-clear water. He splashed and spluttered and let the sparkling rain fall into his mouth. He drank till his thirst was quenched. And joy filled him from head to foot, the joy of living and the joy of being himself. He was newborn. And the best part of it was that he was now the very person he wanted to be. If he had been free to choose, he would have chosen to be no one else. Because now he knew that there were thousands and thousands of forms of joy in the world, but that all were essentially one and the same, namely, the joy of being able to love.
    And much later, long after Bastian had returned to his world, in his maturity and even in his old age, this joy never left him entirely. Even in the hardest moments of his life he preserved a lightheartedness that made him smile and that comforted others."

"There are many doors to Fantastica, my boy. There are other such magic books. A lot of people read them without noticing. It all depends on who gets his hands on such books."

Translated from German by Ralph Manheim
Penguin Books 1984

Monday, January 14, 2019

Ο Ιππότης με τη σκουριασμένη πανοπλία - Ρόμπερτ Φίσερ

«..."Αν στ' αλήθεια είχες αποδεχθεί τον εαυτό σου ως όμορφο, καθόλου δε θα σ' ένοιαζαν αυτά που σου είπε" του εξήγησε η Σκιουρίτσα, "και καμία απογοήτευση δε θά 'νιωθες".
Ο ιππότης παραδέχτηκε ότι η Σκιουρίτσα είχε δίκιο: "Αρχίζω να πιστεύω ότι τα ζώα είναι πιο έξυπνα από τους ανθρώπους".
"Και μόνο ότι το λες" απάντησε η Σκιουρίτσα, "σε κάνει έξυπνο όσο είμαστε κι εμείς".
"Δε νομίζω ότι πρόκειται για εξυπνάδα" είπε η Ρεβέκκα. "Απλώς, τα ζώα αποδέχονται και οι άνθρωποι περιμένουν. Δεν θα ακούσεις ποτέ ένα κουνέλι να λέει: "Περιμένω να βγει ο ήλιος για να κατέβω στη λίμνη και να παίξω". Αν δεν βγει ο ήλιος δεν πρόκειται να χαλάσει ολόκληρη η μέρα του κουνελιού. Το κουνέλι είναι ευτυχισμένο και μόνο που είναι κουνέλι".

Ο ιππότης μπερδεύτηκε λιγάκι. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πολλούς ανθρώπους που ήταν ευτυχισμένοι, και μόνο που ήταν άνθρωποι...»

Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις: opera, 2012

Monday, August 15, 2016

Απόδραση - Alice Munro

«...Καλλιπάρειος. Με τα ωραία μάγουλα. Τώρα της ήρθε. Η ομηρική λέξη αστράφτει στο αγκίστρι της. Και πέρα από αυτό, ξαφνικά της ξανάρχεται όλο το αρχαίο ελληνικό λεξιλόγιό της, όλα αυτά που λες κι είχαν μπει στην ντουλάπα σχεδόν έξι μήνες τώρα. Γιατί δεν δίδασκε αρχαία ελληνικά, τα είχε βάλει στην άκρη.
  Αυτό γίνεται. Το βάζεις στην άκρη για λίγο καιρό, και πού και πού ψάχνεις κάτι άλλο στην ντουλάπα και θυμάσαι, και σκέφτεσαι, σύντομα. και μετά αυτό γίνεται κάτι που απλώς βρίσκεται εκεί, μέσα στην ντουλάπα, και άλλα πράγματα στοιβάζονται από πάνω του και μπροστά του, και τελικά παύεις εντελώς να το σκέφτεσαι.
  Αυτό που ήταν ο λαμπερός θησαυρός σου. Δεν το σκέφτεσαι. Μια απώλεια που κάποτε ούτε να την αναλογιστείς δεν μπορούσες, και τώρα αυτό γίνεται κάτι που ίσα ίσα το θυμάσαι...»

«...Δεν μπορούσε να εξηγήσει, ούτε να καταλάβει καλά καλά, ότι αυτό που ένιωθε δεν ήταν ακριβώς ζήλια, ήταν οργή. Δεν ήταν γιατί εκείνη δεν μπορούσε να ψωνίσει ή να ντυθεί έτσι. Αλλά γιατί έτσι υποτίθεται πως έπρεπε να είναι τα κορίτσια. Έτσι πίστευαν οι άντρες - οι άνθρωποι, όλος ο κόσμος - πως έπρεπε να είναι. Όμορφες, πολύτιμες, κακομαθημένες, εγωίστριες, κουφιοκέφαλες. Έτσι έπρεπε να είναι ένα κορίτσι για να το ερωτευτείς. Έπειτα θα γινόταν μητέρα και γλυκερά θ' αφοσιωνόταν στα μωρά της. Δεν θα ήταν εγωίστρια πια, αλλά εξίσου κουφιοκέφαλη. Για πάντα...»

«...Αυτό που είχε δει ήταν το τέλος. Σαν να βρισκόταν στην άκρη ενός ακύμαντου, σκοτεινού όγκου νερού που απλωνόταν ως εκεί που φτάνει το μάτι. Κρύου, ακύμαντου νερού. Και να παρατηρούσε αυτό το σκοτεινό, κρύο, ακύμαντο νερό, και να 'ξερε πως αυτό ήταν, δεν υπήρχε τίποτ' άλλο...»

«...Γιατί τάχα αφήνουμε τον εαυτό μας να είναι τόσο απασχολημένος και δεν κάνουμε πράγματα που θα έπρεπε ή που θα μας άρεσε να κάνουμε;»

Μετάφραση: Σοφία Σκουλικάρη
Εκδόσεις: Μεταίχμιο, Φεβρουάριος 2015

Thursday, June 23, 2016

Το Βυζί - Philip Roth

«...Μήπως ήμουν απλώς ένα αμερικανόπαιδο που το τάισαν πολύ γάλα; Ή μήπως ήταν μια λαχτάρα, βαθιά μέσα στο διάπυρο κέντρο μου, ο πόθος να βρεθώ τέλεια και ευλογημένα ανυπεράσπιστος, να γίνω ένας τεράστιος, ανεγκέφαλος σάκος ιστών, ποθητός, ηλίθιος, παθητικός, ακίνητος, που δεν ενεργεί αλλά δέχεται τις ενέργειες των άλλων, που κρέμεται, που απλώς υπάρχει, όπως κρέμεται και υπάρχει ένα βυζί...»

«...Απ' τη λογοτεχνία τό 'παθα; "Μα δεν γίνεται, κύριε Κέπες!" λέει ο δόκτωρ Κλίνγκερ. Άλλο ορμόνες κι άλλο τέχνη. Δεν κατάντησα έτσι επειδή αφέθηκα να παρασυρθώ από τη φαντασία των μεγάλων συγγραφέων. "Ναι" του λέω, "αλλά ίσως μ' αυτό τον τρόπο γίνομαι Κάφκα, γίνομαι Γκόγκολ, γίνομαι Σουίφτ. Εκείνοι οραματίστηκαν θαυματουργές μεταμορφώσεις, γιατί ήταν καλλιτέχνες. Είχαν τη γλώσσα και τη μανία του παραμυθά. Εγώ δεν τά 'χα. Έτσι αναγκάστηκα να ζήσω τα οράματά τους εκ του φυσικού". "Αναγκαστήκατε;" "Για να φτιάξω τη δική μου τέχνη. Λαχταρούσα να γίνω καλλιτέχνης, αλλά δεν είχα την αναγκαία απόσταση. Αγαπούσα καθετί το ακραίο στη λογοτεχνία, εξιδανίκευα τους δημιουργούς της, γοητευόμουν από τις εικόνες και την υποβλητικότητά τους - " "Και λοιπόν; Ο κόσμος είναι γεμάτος φιλότεχνους!" "Να, κι έτσι έκανα το άλμα. Πέρα από την εξιδανίκευση. Ο λόγος εγένετο σαρξ, κι εγώ καφκικότερος του Κάφκα. Εκείνος φαντάστηκε απλώς έναν άνθρωπο που γίνεται κατσαρίδα. Κοιτάξτε όμως τι κατάφερα εγώ!"...»

«...Η υψηλή τέχνη μεταδίδεται στους ανθρώπους όπως και όλα τα άλλα...»

Μετάφραση: Αλεξάνδρα Κόντου
Εκδόσεις: γράμματα 1984  

Saturday, February 13, 2016

Το Στρίψιμο της Βίδας - Henry James

«...Δεν έχω ξαναδεί το Μπλάυ από τη μέρα που έφυγα, και φαντάζομαι πως στα πιο ηλικιωμένα και πιο έμπειρα μάτια μου θα φαινόταν τώρα αρκετά μαζεμένο. Αλλά όσο η μικρή οδηγός μου, με τα χρυσά μαλλιά της και το μπλε φουστανάκι της, χοροπηδούσε μπροστά μου στρίβοντας γωνιές και στραμπούλιζε διαδρόμους, οραματιζόμουν έναν πύργο παραμυθένιο, κατοικία μιας ροδόχρωμης νεράιδας, ένα μέρος που, για να διασκεδάσει η νεαρή φαντασία, θα έπαιρνε το χρώμα του από βιβλία με ιστορίες κι από παραμύθια. Μήπως δεν ήταν παρά ένα βιβλίο με παραμύθια, και καθώς το διάβαζα με πήρε ο ύπνος και ονειρευόμουν; Όχι, ήταν ένα μεγάλο, άσχημο, παλιό αλλά βασιλικό σπίτι, που ενσωμάτωνε κάτι λίγα απομεινάρια ενός ακόμη πιο παλιού σπιτιού, μισο-ανακαινισμένο και μισο-χρησιμοποιημένο - και μέσα σ' αυτό είχα τη φαντασίωση πως ήμασταν έρημοι, σχεδόν όσο μια χούφτα επιβάτες μέσα σ' ένα μεγάλο καράβι, έρμαιο της θάλασσας. Και το πιο παράξενο, εγώ κρατούσα το τιμόνι...»

«...Είχα συναίσθηση, καθώς μιλούσα, πως φαινόμουν να μην ξέρω τι λέω, γιατί έβλεπα αυτή την ιδέα να σχηματίζεται σιγά σιγά πάνω στο πρόσωπο της κυρίας Γκρόουζ. "Ένα άλλο πρόσωπο... τούτη τη φορά - αλλά εξίσου ολοφάνερα απαίσιο και σατανικό: μια γυναίκα μαυροφορεμένη, χλωμή και φρικαλέα... και μ' ένα τέτοιο ύφος, και μ' ένα τέτοιο πρόσωπο! Στην άλλη όχθη της λίμνης. Ήμουν εκεί με το παιδί... καμιά ωρούλα... και ήρθε ξαφνικά".
"Πώς ήρθε - από πού;"
"Από εκεί που έρχονται! Εμφανίστηκε και στάθηκε εκεί - μα όχι τόσο κοντά".
"Και δίχως να έρθει πιο κοντά;"
"Ω, για την εντύπωση και την αίσθηση που προκάλεσε, ήταν σαν να ήταν τόσο κοντά όσο εσύ!"
Η φίλη μου, με μια παράξενη ορμέμφυτη κίνηση, έκανε ένα βήμα πίσω: "Ήταν κάποια που δεν την έχετε ξαναδεί;"
"Ναι, αλλά κάποια που το παιδί την έχει ξαναδεί. Κάποια που την έχεις ξαναδεί κι εσύ". Και για να δείξω τι εννοούσα, πρόσθεσα: "Η προκάτοχή μου, εκείνη που πέθανε"...»

«..."Οι τέσσερίς τους, να είσαι βέβαιη για αυτό, ανταμώνουν αδιάκοπα. Αν ήσουν με ένα από τα παιδιά μια από τούτες τις τελευταίες νύχτες, θα είχες καταλάβει ξεκάθαρα. Όσο περισσότερο παρακολουθούσα και περίμενα, τόσο περισσότερο ένιωθα πως και τίποτε άλλο να μην ήταν για να βεβαιωθώ, θα αρκούσε η συστηματική σιωπή των δύο παιδιών. Ποτέ δεν τους ξέφυγε η παραμικρή νύξη για τους δύο παλιούς φίλους τους, ούτε και του Μάιλς για την αποβολή του από το σχολείο. Ω, ναι, μπορούμε να καθόμαστε και να κοιτάζουμε, κι αυτά να κάθονται φρόνιμα φρόνιμα - αλλά ακόμα κι όταν καμώνονται πως είναι απορροφημένα στα παραμύθια τους, είναι βυθισμένα στην οπτασία δύο νεκρών που ξαναγύρισαν. Δε διαβάζει της αδελφής του" δήλωσα ξεκάθαρα, "κουβεντιάζουν για κείνους - κουβεντιάζουν για φριχτά πράματα! Μιλάω, το ξέρω, σαν να ήμουν τρελή - και είναι θαύμα πώς δεν τρελάθηκα ακόμη. Αυτά που έχω δει, εσένα θα σε έκαναν να τρελαθείς, μα εμένα με έκαναν μονάχα να βλέπω πιο καθαρά, με έκαναν να καταλαβαίνω ακόμη κι άλλα πράγματα...»

Wednesday, January 6, 2016

Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ - F. Scott Fitzgerald

«...Τι θα κάνουμε το απόγευμα;» είπε η Νταίζυ. «Τι θα κάνουμε αύριο, τι θα κάνουμε τα επόμενα τριάντα χρόνια;»
«Μην τα βλέπεις τόσο μαύρα» είπε η Τζόρνταν. «Η ζωή αρχίζει ξανά με τα πρώτα κρύα του φθινοπώρου...»

«...Έκλεινα τα τριάντα. Μπροστά μου εκτεινόταν ο δρόμος μιας νέας δεκαετίας, δυσοίωνος και απειλητικός.
Ήταν εφτά η ώρα όταν μπήκαμε στο κουπέ και ξεκινήσαμε για το Λονγκ Άιλαντ. Ο Τομ μιλούσε συνέχεια, γελούσε και θριαμβολογούσε, αλλά η φωνή του ήταν τόσο απόμακρη για την Τζόρνταν κι εμένα όσο η βαβούρα στο πεζοδρόμιο ή ο θόρυβος του εναέριου. Η ανθρώπινη συμπάθεια έχει τα όριά της κι εμείς δεν είχαμε αντίρρηση να αφήσουμε τις τραγικές προστριβές τους να ξεθωριάσουν μαζί με τα φώτα της πόλης πίσω μας. Τριάντα - η υπόσχεση μιας δεκαετίας μοναξιάς, όλο και λιγότεροι εργένηδες στον κύκλο των γνωριμιών σου, όλο και πιο αραιοί οι ενθουσιασμοί, όλο και πιο αραιά μαλλιά. Αλλά δίπλα μου ήταν η Τζόρνταν, που ήταν σοφότερη από την Νταίζυ και δεν κουβαλούσε ξεχασμένα όνειρα από τη μια ηλικία στην άλλη. Καθώς περνούσαμε από τη σκοτεινή γέφυρα, το ωχρό πρόσωπό της έγειρε νωχελικά στον ώμο του σακακιού μου και ο φοβερός χτύπος των τριάντα έσβησε με το καθησυχαστικό σφίξιμο του χεριού της.
Κι έτσι τρέχαμε προς τον θάνατο στη δροσιά του σούρουπου...»

«...Κανένα τηλεφωνικό μήνυμα δεν έφτασε, αλλά ο μπάτλερ δεν κοιμήθηκε και περίμενε μέχρι τις τέσσερις - όταν πια δεν υπήρχε κανένας να το παραλάβει, αν έφτανε. Έχω την εντύπωση ότι ο ίδιος ο Γκάτσμπυ δεν πίστευε ότι θα ερχόταν κανένα μήνυμα, και ίσως και να μην τον ένοιαζε πια. Αν ήταν έτσι, θα πρέπει να ένιωθε ότι είχε χάσει τον παλιό κόσμο του, ότι είχε καταβάλει μεγάλο τίμημα ζώντας τόσα χρόνια με ένα και μοναδικό όνειρο. Θα πρέπει να κοίταξε ψηλά και να είδε μέσα από τρομακτικά φύλλα έναν ουρανό που δεν τού ήταν οικείος, θα πρέπει να ανατρίχιασε διαπιστώνοντας τι αλλόκοτο, τραγελαφικό, πράγμα είναι ένα τριαντάφυλλο και πόσο ωμό ήταν το φως του ήλιου πάνω στο ελάχιστο γρασίδι. Ένας νέος κόσμος, υλικός χωρίς να είναι πραγματικός, όπου περιπλανιόνται φτωχά φαντάσματα που αναπνέουν όνειρα σαν να ήταν αέρας... όπως εκείνη η χλομή, απόκοσμη μορφή που κινούνταν αθόρυβα προς το μέρος του μέσα από τα άμορφα δέντρα...»

Μετάφραση: Άρης Μπερλής
Εκδόσεις: Άγρα, 2012   

Wednesday, October 28, 2015

Στην άκρη του κόσμου - Γιώργος Ξενάριος

«...Ο Αλέξανδρος πάντα έρποντας, πλησίασε στο αμίλητο κεφάλι. Του ίσιωσε τα μαλλιά, το σφούγγισε από τα αίματα, το πέρασε και μια δόση φαρμακευτικό κερί. Ύστερα τράβηξε από τις μασχάλες τον στρατιώτη και τον έσυρε λίγα μέτρα πιο μακριά. Πήρε ένα χοντρό δοκάρι από κείνα που χρησίμευαν ως υποστυλώματα για να στηρίζουν τα λαγούμια στα χαρακώματα. Το κάρφωσε στο χώμα και πάνω του έδεσε με σκοινιά, όρθιο τον ανώνυμο στρατιώτη. Σαν σκιάχτρο, να φοβίζει τους εχθρούς.
 Έτσι, είπε, για να μάθουν πως δεν παραδινόμαστε...»

«...Την προσφυγή στο Θείο; αποκρίθηκε ερωτών ο Αποστόλου, ενώ οι έταιροι δύο σιωπούσαν αιδημόνως. Τι εννοείτε; Να ικετεύσουμε τον Θεό να άρει από πάνω μας το δεινό. Δεν γνώριζε ο Πανάγαθος ότι τα τέκνα του των Αλυκών δεν θέλουν να εξολοθρευτούν από τη χολέρα; Εσείς αστειεύεστε, αλλά τα πράγματα είναι λίγο πιο πολύπλοκα. Δηλαδή; Ξέρετε, δεν είναι στο χέρι του Θεού, αλλά στο δικό μας. Ο Θεός έχει αποσυρθεί από την Ιστορία, όχι όμως από τις ψυχές των ανθρώπων. Παρεμβαίνει μόνο μέσω αυτών, όλα τα υπόλοιπα είναι Ιστορία των ανθρώπων. Σ' αυτήν δεν παρεμβαίνει ο Θεός; Μόνο κατ' εξαίρεση, για να μην αποτελέσει η Ιστορία αιτία που δεν θα Τον ανακαλύψουν. Εννοείτε το θαύμα; Και αυτό...»

«...Ριγμένοι άτακτα εδώ κι εκεί, οι κάτοικοι των Αλυκών προσπαθούσαν να αναπαυτούν, να πάρουν δυνάμεις από την κοπιώδη ανηφόρα που τους είχε φέρει ως εδώ πάνω. Κάρα πρατημένα, υποζύγια ελευθερωμένα και κατάκοπα, άνθρωποι ξαπλωμένοι στο χώμα και στο χορτάρι. Κανείς δεν μιλούσε μέσα στο ολόφωτο βράδυ.
 Θά 'ταν μεσάνυχτα όταν έφτασαν. Ο Γρηγόριος και ο Αποστόλου κοιτούσαν τους πρώην κατοίκους των Αλυκών με κάτι σαν συγκατάβαση στα μάτια. Όλα θα γίνονταν δικά τους. Και το μέλλον γενάμενο παρόν.
 Έγινε παρόν το μέλλον εκείνη τη βραδιά, γιατί σε μια από τις σπάνιες αναπτυχώσεις του χρόνου διεστάλη η γη, ο ουράνιος θόλος, ο κόσμος όλος - και είδαν. Είδαν από πού ξεκινούσε και πού έφτανε όλη αυτή η πορεία, η δική τους πορεία. Διεστάλη ο θόλος, φούσκωσε ο ουρανός, κι ένας άγγελος-αντάρτης, σαρκωθείς, ενεφανίσθη λέγων: Τώρα το μέλλον θα γίνει παρόν για σας...»

«...Πίσω από τον αυχένα του Σίδερου, στο πρώτο, γυμνό ύψωμα, οι πορευόμενοι - ακριβέστερα: η εμπροσθοφυλακή τους - αντίκρισαν ένα παράξενο, πρωτοφανές για τους περισσότερους, θέαμα: πάνω στο γυμνό ύψωμα, στερεωμένο σε πρόχειρο ξύλινο πλαίσιο και κρεμάμενο, ένα παραλληλόγραμο άσπρο πανί· απέναντί του, σε απόσταση λίγων μέτρων, μια μηχανή που τώρα, ακριβώς τώρα, έβγαζε ένα άσπρο φως γουργουρίζοντας και προβάλλοντας μπροστά της μια δέσμη από άσπρο, διάφανο φως· άνθρωποι, φιλοπερίεργοι και αδημονούντες, καθισμένοι σε πρόχειρα στημένους ξύλινους πάγκους, στραμμένοι προς το πανί - έχοντας δηλαδή στραμμένα τα νώτα τους προς τον Γρηγόριο και τους υπόλοιπους της Πορείας (μα ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι, τι περίμεναν;)· κι ένας άντρας, με σκούρα ντυμένος, σαν επίσημα, με επίσημες, σχεδόν ιερατικές κινήσεις, έπαιρνε θέση πίσω από το παράδοξο μηχάνημα, το οποίο, εκτός των άλλων, στο πλάι του έφερε μια απόφυση που σε λίγο το έμπειρο δάχτυλο του επίσημου, μαυροντυμένου άντρα θα οδηγούσε σε συνεχόμενη, κυκλική, ευγενική κίνηση...»

«...Μέσα στη νύχτα, μέσα σ' εκείνο το χλωμό φως, πάνω στο βουνό, μες στο κρύο και στο ψιλόβροχο, ένιωσε κάτι από τη μοναξιά του Θεού...»

Εκδόσεις: Κέδρος, 2011
 

Thursday, October 15, 2015

Ανθολογία - Άνθρωποι και Γάτες - Ρ.Κίπλινγκ / Ε.Σκάζα-Βάις / Γκυ ντε Μωπασάν / Ε.Α. Πόε / Ε.Ζολά / Σ. Λέοπολντ / Κολέτ / Ε.Χέμινγουεϊ / Τ. Τζόυς / Σ. Μπωντλαίρ

«...Υπάρχει κάτι στην αλτρουιστική και γεμάτη αυτοθυσία αγάπη του άλογου πλάσματος που αγγίζει την καρδιά κάποιου που είχε συχνά την ευκαιρία να δοκιμάσει την αχρεία φιλία και την επιφανειακή πίστη του ανθρώπου...»
Ο Μαύρος Γάτος - Έντγκαρ Άλαν Πόε

«...Κι όμως, μέσα σ' όλην αυτή την καλοπέραση, μόνο μιαν ευχή, έναν πόθο είχα μες στην καρδιά μου: να δραπετεύσω απ' το ανοιχτό παράθυρο, πάνω στις στέγες...»
Ο Παράδεισος των Γάτων - Εμίλ Ζολά

«Ο κύριός μου μ' έπαιρνε πολύ τακτικά μαζί του στη βιβλιοθήκη του δούκα, όπου απέτρεψα με προσωπική μου παρέμβαση τη βρώση πολλών κακών και περιττών βιβλίων από βουλιμικούς βιβλιοπόντικες. Πρόσεξα δε ότι αυτά τα ενδιαφέροντα για τη λογοτεχνία ζώα έλκονταν ιδιαιτέρως απ' την παραλογοτεχνία, επιδεικνύοντας το ίδιο κακό γούστο με πολλούς αναγνώστες. Σ' αυτούς τους τελευταίους παρείχα - άθελά μου - πολύτιμες υπηρεσίες με τη δραστηριότητά μου στη βιβλιοθήκη...»
Η Γάτα του Γκαίτε - Σβεντ Λέοπολντ

  «Οι Κινέζοι διαβάζουν την ώρα μέσα στα μάτια των γάτων.
  Μια μέρα, ένας μισθοφόρος που έκανε τη βόλτα του στα περίχωρα του Νάνκινγκ, διαπίστωσε ότι είχε ξεχάσει το ρολόι του και ρώτησε ένα αγόρι τι ώρα ήταν. Ο αλητάκος της Ουράνιας Αυτοκρατορίας δίστασε αρχικά, κατόπιν, όμως, θυμήθηκε κάτι, και απάντησε στον μισθοφόρο: "Θα σας πω αμέσως".
  Λίγες στιγμές αργότερα, εμφανίστηκε κρατώντας στα χέρια του μια μεγάλη, χοντρή γάτα και, κοιτώντας το ασπράδι των ματιών της, διαβεβαίωσε τον άνθρωπο χωρίς δισταγμό: "Είναι λίγο πριν από το μεσημέρι, κύριε". Πράγμα απολύτως σωστό.
  Αλλά κι εγώ, όταν γέρνω πάνω στην ωραία Φελίν, που τόσο εύστοχα της δώσαν αυτό το όνομα, στη Φελίν που τιμά το φύλο της και που είναι για μένα η περηφάνια της καρδιάς μου κι η ευωδία της ψυχής μου, τότε βλέπω, είτε είναι νύχτα, είτε μέρα, στο πιο λαμπρό φως ή στην πυκνότερη σκιά, βλέπω πεντακάθαρα στο βάθος των αξιολατρευτων ματιών της τον χρόνο, τον ίδιο πάντα: έναν χρόνο μακρινό, γιορταστικό, μεγάλο σαν το κενό, χωρίς διαίρεση σε λεπτά και δευτερόλεπτα - έναν ακίνητο χρόνο, που δεν έχει ώρα κι όμως είναι ανάλαφρος σαν στεναγμός και φευγαλέος σαν ένα βλέμμα.
  Και αν κάποιος ενοχλητικός άνθρωπος ερχόταν να με ταράξει την ώρα που το βλέμμα μου είναι προσηλωμένο στο χαριτωμένο αυτό ρολόι, αν κάποια ανυπόμονη ψυχή με ρωτούσε: "Μα, τι ψάχνεις μες στα μάτια αυτού του πλάσματος; Μήπως τον χρόνο, σπάταλε και αργόσχολε θνητέ;", θα του απαντούσα χωρίς δισταγμό: "Ναι, τον χρόνο! Την αιωνιότητα!"...»
Η ώρα - Σαρλ Μπωντλαίρ
 
Μετάφραση: Γιούλη Τσίρου
Εκδόσεις: Το Ποντίκι, 2006

Monday, October 12, 2015

If - Rudyard Kipling

If you can keep your head when all about you   
    Are losing theirs and blaming it on you,   
If you can trust yourself when all men doubt you,
    But make allowance for their doubting too;   
If you can wait and not be tired by waiting,
    Or being lied about, don’t deal in lies,
Or being hated, don’t give way to hating,
    And yet don’t look too good, nor talk too wise:

If you can dream—and not make dreams your master;   
    If you can think—and not make thoughts your aim;   
If you can meet with Triumph and Disaster
    And treat those two impostors just the same;   
If you can bear to hear the truth you’ve spoken
    Twisted by knaves to make a trap for fools,
Or watch the things you gave your life to, broken,
    And stoop and build ’em up with worn-out tools:

If you can make one heap of all your winnings
    And risk it on one turn of pitch-and-toss,
And lose, and start again at your beginnings
    And never breathe a word about your loss;
If you can force your heart and nerve and sinew
    To serve your turn long after they are gone,   
And so hold on when there is nothing in you
    Except the Will which says to them: ‘Hold on!’

If you can talk with crowds and keep your virtue,   
    Or walk with Kings—nor lose the common touch,
If neither foes nor loving friends can hurt you,
    If all men count with you, but none too much;
If you can fill the unforgiving minute
    With sixty seconds’ worth of distance run,   
Yours is the Earth and everything that’s in it,   
    And—which is more—you’ll be a Man, my son!

Saturday, October 3, 2015

Το Βιβλίο της Κατερίνας - Αύγουστος Κορτώ

«...Ακόμα προσπαθώ, μέσα από τούτη τη γραφή, να καταλάβω. Να μπω μες στην ψυχή των υπαιτίων, που δεν είναι άλλοι απ' αυτούς που μας ανέθρεψαν...»

«...Είναι τα χρόνια που ο λατρεμένος αδελφός μου ο Άγις, έφηβος δεκατριών ετών με ευαισθησίες πολύ ωριμότερου άντρα, μου μαθαίνει τι να ακούω και τι να διαβάζω - μα δίχως ζόρι ή πατρονάρισμα. Απλώς μοιράζεται μαζί μου ό,τι αγαπά με πάθος, αφήνοντάς με να βρω μόνη μου τον δρόμο προς τα δικά μου μύχια πάθη...»

«...Είναι τα χρόνια που αποφασίζω πως, όταν μεγαλώσω, θα παντρευτώ έναν άντρα σαν τον Άγη, και θα κάνω μόνο ένα παιδί, για να μη χρειάζεται να μοιράζω την αγάπη μου...»

«...Έχω ανακαλύψει ένα ενδιαφέρον παιχνίδι.
Όταν σκορπάς τη δυστυχία σου σαν τη γρίπη, σ' όποιον βρεθεί μπροστά σου, κάπως σαν να λιγοστεύει.
Δεν ξέρω αν αυτό με κάνει κακό άνθρωπο.
Αλλά δεν με νοιάζει να είμαι καλή, μόνο, αν γίνεται λιγότερο δυστυχισμένη...»

«...Μπορεί να ήμουν άρρωστη, κι ανάποδη, και πικρόχολη, κι εγωίστρια, όμως κατάφερα κάτι που πολλές γυναίκες (πάρε παράδειγμα την αδελφή μου) το σκατώνουν τελείως: να μεγαλώσω ένα παιδί, με τόση αγάπη, και τόση πίστη στον εαυτό του, που να μοιάζει ικανό να καταφέρει τα πάντα, που μιλάει, που διαβάζει και γράφει σε δυο ξένες γλώσσες άπταιστα, που αυτοσχεδιάζει υπέροχα κομμάτια στο πιάνο χωρίς μισό μάθημα σε ωδείο, και που σε δέκα-είκοσι χρόνια το πολύ θα κάνει την υφήλιο ολάκερη ν' ασχολείται με τα ιατρικά του επιτεύγματα. Λίγο τό 'χεις; Περήφανη μάνα, λοιπόν, κι ευτυχισμένη...»

Εκδόσεις Πατάκη 2015

Tuesday, September 29, 2015

Oranges Are Not The Only Fruit - Jeanette Winterson

"...Everyone, at some point in their life, must choose whether to stay with a ready-made world that may be safe but which is also limiting, or to push forward, often past the frontiers of commonsense, into a personal place, unknown and untried..."

"...What could I do? My needlework teacher suffered from a problem of vision. She recognized things according to expectation and environment. If you were in a particular place, you expected to see particular things. Sheep and hills, sea and fish; if there was an elephant in the supermarket, she'd either not see it at all, or call it Mrs Jones and talk about fishcakes. But most likely, she'd do what most people do when confronted with something they don't understand: Panic..." 

"...It was Spring, the ground still had traces of snow, and I was about to get married. My dress was pure white and I had a golden crown. As I walked up the aisle the crown got heavier and heavier and the dress more and more difficult to walk in. I thought everyone would point at me, but no one noticed.
  Somehow I made it to the altar. The priest was very fat and kept getting fatter, like bubble gum you blow. Finally we came to the moment, 'You may kiss the bride.' My new husband turned to me, and here were a number of possibilities. Sometimes he was blind, sometimes a pig, sometimes my mother, sometimes the man from the post office, and once, just a suit of clothes with nothing inside. I told my mother about it, and she said it was because I ate sardines for supper. The next night I ate sausages, but I still had the dream.
  There was a woman in our street who told us all she had married a pig. I asked her why she did it, and she said 'You never know until it's too late.'"

"...In the library I felt better, words you could trust and look at till you understand them, they couldn't change half way through a sentence like people, so it was easier to spot a lie."

"...Everyone who tells a story tells it differently, just to remind us that everybody sees it differently..."

"...People do go back, but they don't survive, because two realities are claiming them at the same time. Such things are too much. You can salt your heart, or kill your heart, or you can choose between the two realities. There is much pain here. Some people think you can have your cake and eat it. The cake goes mouldy and they choke on what's left. Going back after a long time will make you mad, because the people you left behind do not like to think of you changed, will treat you as they always did, accuse you of being indifferent, when you are only different."

"...Time is a great deadener; people forget, get bored, grow old, go away. She said that not much had happened between us anyway, historically speaking. But history is a string full of knots, the best you can do is admire it, and maybe knot it up a bit more. History is a hammock for swinging and a game for playing. A cat's cradle. She said those sorts of feelings were dead, the feelings she once had for me. There is a certain seductiveness about dead things. You can ill treat, alter and recolour what's dead. It won't complain. Then she laughed and said we probably saw what had happened very differently anyway..."

Vintage Books, London 2001